Παρασκευαϊδης Χρήστος

Νέα Σύλλατα

63080 Χαλκιδική

cris1961@mail.gr

tel.6976316315

 

 

Ανέκδοτα

 

Μέρος 1ο

1)Δυο φίλοι συζητούν.

-Ρε Γρηγόρη, δεν έχω ξαναπάει με γυναίκα και απόψε θα το κάνω με τη Μαρία, πες μου, σε παρακαλώ, τι θα κάνω;

-Αμάν ρε μαλάκα Γιάννη που κομπλάρεις, απλά κάνε ακριβώς ότι κάνει αυτή και για τα υπόλοιπα θα φροντίσει η φύση......

-Σε ευχαριστώ ρε φιλάρα.

Το βράδυ συναντά την Μαρία και πάνε σπίτι του και αρχίζει το «παιχνίδι». Βγάζει η Μαρία την μπλούζα της, τη βγάζει και ο Γιάννης. Γδύνεται τελείως η Μαρία, γδύνεται και ο Γιάννης. Πέφτει λίγο χαμούρεμα και μετά η κοπέλα ξαπλώνει και ανοίγει τα πόδια της διάπλατα, νιώθοντας μια γλυκιά προσμονή. Τότε ο μάγκας... ξαπλώνει απέναντι της και ανοίγει διάπλατα τα πόδια του. Τον βλέπει η Μαρία και εκνευρισμένη γυρίζει και του λέει:

-Τι καλά που θα ήταν να είχαμε και κάποιον να μας γαμήσει...

 

2) Ο ταξιτζής και η καλόγρια.

Ένα βράδυ μπαίνει σε κάποιο ταξί μια καλόγρια. Ο ταξιτζής την κόβει καλά-καλά

και προσέχει τις καμπύλες της καθώς αυτή βολεύεται στο πίσω κάθισμα. Ενώ αυτός

οδηγούσε αυτή άλλαξε στάση και κάθισε με τα πόδια ανοικτά χωρίς να το

αντιληφθεί πως ο ταξιτζής είχε κολλήσει τα μάτια του στο καθρεφτάκι του

κοιτώντας την.

Για να σπάσει τον πάγο αρχίζει:

-Τι γνώμη έχεις για το σεξ, αδελφή;

-Πιστεύω πως κάτω από κάποιες προϋποθέσεις είναι σωστό.

-Και ποιες προϋποθέσεις είναι αυτές;

-Το να είναι και οι δύο ορθόδοξοι, να εξομολογούνται συχνά και να είναι

 ανύπαντροι.

-Εγώ είμαι ανύπαντρος, εξομολογούμαι κάθε βδομάδα και είμαι ορθόδοξος. Δεν

 έρχεσαι μπροστά να συζητήσουμε καλύτερα;

-Και βέβαια τέκνο μου.

Περνάει μπροστά και ο ταξιτζής συνεχίζει:

-Εσύ να πούμε είσαι παρθένα, αδελφή;

-Και βέβαια.

-Και δεν έχεις δει ποτέ το πουλί ενός άντρα;

-Οχι!

-Θες να το δεις;

-Αφού δεν το απαγορεύει ο Θεός, ναι.

-Ο ταξιτζής στρίβει δεξιά σε μια αλάνα και ξεβρακώνεται μπροστά της.

-Νάτος. Αυτός είναι. Τον φωνάζω Μητσάρα.

-Πωπωπω. Είναι μεγάλος.

-Και βέβαια. Δεν μου λες. Θες να τον γλύψεις λίγο;

-Ναι, αλλά δεν ξέρω πως.

-Θα σου λέω εγώ.

Με τα πολλά πείθει ο ταξιτζής την καλόγρια να του πάρει μιας πρώτης τάξεως

πίπα, μετά από την οποία ξεσπάει σε γέλια:

-Σε κορόιδεψα! Είμαι καθολικός, παντρεμένος με τέσσερα παιδιά και έχω 23

 χρόνια να πάω στην εκκλησία.

-Ε δεν πειράζει. Κι εμένα με λένε Κίτσο και πάω σ'ένα μπαλ-μασκέ...

 

 3)-Γιατρέ μου, έχει φυτρώσει ένα καρότο στο αυτί μου.

-Μα δεν το βρίσκετε λίγο παράξενο αυτό;

-Φυσικά, εγώ είχα φυτέψει σπανάκι!

 

4)Η γυναίκα μου είναι τόσο ηλίθια που:

-για να μετρήσει μέχρι το δύο πρέπει να βγάλει το σουτιέν της

-προσπαθεί να ανοίξει τα αυγά με ανοιχτήρι κονσέρβας

-αν δει διαρροή γκαζιού βάζει από κάτω έναν κουβά

-ψάχνει για οδηγίες χρήσεως στο χαρτί τουαλέτας

-μετακόμισε από την Αθήνα στην Πάτρα για να είναι πιο κοντά στον

 γιο της που ζει στην Αμερική

-πιστεύει ότι το μικρό όνομα του Χίτλερ ήταν Χάιλ.

Ο άνδρας μου είναι τόσο ηλίθιος που:

-διαβάζει όλη τη νύχτα για να κάνει εξέταση ούρων

-παίρνει καινούργιο τηλεφωνικό κατάλογο μόνο όταν έχει διαβάσει

 τον παλιό

-για να μπει στο μπορντέλο περιμένει το κόκκινο φως να γίνει

 πράσινο

-το πρόσωπό του είναι γεμάτο τρύπες γιατί τώρα μαθαίνει να τρώει

 με πιρούνι

-όταν πηγαίνει στο κουρείο τον χρεώνουν με το τετραγωνικό

-νομίζει ότι είναι διανοούμενος επειδή τα τατουάζ του δεν έχουν

 ορθογραφικά λάθη

 

5)Ένα πρωί ένας τύπος σηκώνεται από το κρεβάτι του και πάει στο μπάνιο.

Ενώ κοιτάζει στον καθρέφτη, έντρομος διαπιστώνει ότι το πουλί του είναι

πράσινο.

   Ντύνεται γρήγορα και πηγαίνει στον γιατρό, όπου στον θάλαμο αναμονής

περιμένει κι ένας άλλος τύπος που κρατάει το κεφάλι του και ξεφυσάει.

-Τι σας συμβαίνει?, ρωτάει.

-Ξύπνησα το πρωί και το πουλί μου ήταν κόκκινο.

-Κι εγώ το είδα πράσινο.

Εκείνη την στιγμή βγαίνει ο γιατρός και φωνάζει για εξέταση αυτόν με το

κόκκινο πουλί, ο οποίος βγαίνει μετά από μερικά λεπτά όλο χαμόγελα.

-Τι έγινε;, τον ρωτάει ο άλλος.

-Τίποτα, όλα μια χαρά...

-Περάστε, λέει ο γιατρός στον δεύτερο. Τι σας συμβαίνει?

-Α τίποτα, απλώς το πουλί μου είναι πράσινο (όλο άνεση).

-Χμ, λέει ο γιατρός κοιτάζοντάς το. Νομίζω ότι θέλει κόψιμο.

-Τι λες γιατρέ, αφού ο προηγούμενος που είχε κόκκινο πουλί μου είπε ότι δεν

είναι τίποτα.

-Κοίτα να δεις αγόρι μου, λέει ο γιατρός. Aλλο κραγιόν και άλλο μούχλα...

 

6)  Eκθεση του Τοτού με θέμα "Πώς πέρασα τη Κυριακή".

"Την Κυριακή πήγα με τους γονείς μου στο κτήμα του παππού μου. Ο παππούς

μου στο κτήμα του έχει ένα τράγο, μία άσπρη κατσίκα και μία μαύρη. Την

Κυριακή λοιπόν ο τράγος πήδηξε την μαύρη κατσίκα..."

   Βλέπει η δασκάλα την έκθεση, αλλά από ντροπή δεν είπε τίποτα.

   Την επόμενη εβδομάδα έκθεση με θέμα "Πως πέρασα το Πάσχα".

"Το Πάσχα, γράφει ο Τοτός, πήγα με τους γονείς μου στο κτήμα του παππού

μου. Ο παππούς μου στο κτήμα του έχει έναν τράγο, μία άσπρη κατσίκα και μία

μαύρη. Τη μέρα του Πάσχα λοιπόν ο τράγος πήδηξε την άσπρη κατσίκα.

   Η δασκάλα μη αντέχοντας άλλο φωνάζει τον Τοτό και του λέει:

-Τοτό σου απαγορεύω να χρησιμοποιείς τέτοιες εκφράσεις. Θα λες ο τράγος

έκανε έκπληξη, όχι πήδηξε.

  Μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, θέμα "Πως πέρασα στις διακοπές".

"Το καλοκαίρι πήγα με τους γονείς μου στο κτήμα του παππού μου. Ο παππούς

μου στο κτήμα του έχει έναν τράγο, μία άσπρη κατσίκα και μία μαύρη κατσίκα.

Μία μέρα λοιπόν ο τράγος έκανε έκπληξη στη μαύρη κατσίκα και πήδηξε την

άσπρη."

 

7)  Ο Γιωργάκης κάνει βόλτα στην εξοχή με τον πατέρα του και βλέπει ένα

γαϊδούρι που του κρεμόταν ένα τεράστιο πουλί.

-Τι είναι αυτό μπαμπά?

-Αυτό παιδί μου το λένε "ότι κι ότι".

Την επόμενη μέρα ο Γιωργάκης βλέπει τον ίδιο γάιδαρο, κάνοντας βόλτα με τη

μητέρα του αυτή τη φορά.

-Κοίτα μαμά, το "ότι κι ότι" του γαϊδάρου.

Χαμογελώντας πονηρά η μητέρα του λέει.

-Αυτό αγόρι μου δεν είναι ότι κι ότι, αυτό είναι ότι πρέπει...

 

8)  Πάει κάποιος στον γιατρό και μαθαίνει ότι έχει γεμίσει το σώμα του

σκουλήκια. Του δίνει ο γιατρός κάτι φάρμακα για να τα σκοτώσει.

1/4μως το ακούν τα σκουλήκια και μαζεύονται στο στομάχι, όπου επικρατεί

πανικός.

-Πάμε στον γεροσκώληκα που είναι σοφός για να μας πει τι να κάνουμε,

φωνάζει κάποιο σκουλήκι.

Πηγαίνουν λοιπόν στο σπίτι του γεροσκώλικα στο συκώτι, όπου τον βλέπουν να

ετοιμάζετε για να φύγει.

-Τι θα κάνουμε γεροσκώληκα, ρωτούν.

Και ο γεροσκώληκας απαντάει.

-Δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς, εγώ πάντως φεύγω με την κουράδα των 8:00

 

9) Oταν ένας γέρος ιερωμένος που όταν μιλούσε ξεχνιόταν κι έλεγε ψέματα.

   Τον είχαν καλέσει σε μια πόλη για να βγάλει λόγο. Αυτός επειδή ήξερε

   το πρόβλημά του, είχε πάρει μαζί του τον αρχιδιάκονό του για να τον

   βοηθήσει εάν ξεχνιόταν πάλι κι άρχιζε τα ψέματα. Είχαν κανονίσει ότι

   εάν ο ιερωμένος έκανε κάποιο λάθος θα του τραβούσε ο αρχιδιάκονος ένα

   σπάγκο που είχε δέσει στα ράσα του ιερωμένου, έτσι ώστε να το

   καταλάβαινε και να διόρθωνε τα λόγια του.

   Ξεκινά ο ιερωμένος το λόγο του...

   -Oταν ο Χριστός πριν από 100.000 χρόνια (...του τραβά τον σπάγκο ο

    αρχιδιάκονος...)...ε,ε,εννοώ πριν από 2000 χρόνια με τους 6000

    μαθητές του (...του τραβά τον σπάγκο ο αρχιδιάκονος...)...ε,ε,εννοώ

    με τους 30 μαθητές του...

   Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνει ο αρχιδιάκονος,

   ήταν η γυναίκα του. Aρχισαν να τσακώνονται και ο αρχιδιάκονος ενώ

   λογομαχούσε με τη γυναίκα του, ασυναίσθητα τραβούσε τον σπάγκο,

   ώσπου μια στιγμή καταλαβαίνει τι κάνει, κλείνει το τηλέφωνο

   βιαστικά, βγαίνει στο μπαλκόνι και τότε έκπληκτος ακούει τον

   ιερωμένο να λέει:

   -Σας τ'ορκίζομαι σ'ένα τόοοοσο δα μικρό σταυρουδάκι το σταυρώσανε!!!

   (...κάγκελο ο αρχιδιάκονος...).

 

10)  Στο σαλόνι είναι μαζεμένοι αρκετοί φίλοι, κατά το πλείστον κυνηγοί,

   που ως συνήθως τα παραλένε λίγο. Τον λόγο είχε ο οικοδεσπότης που

   τους λέει μια περιπέτειά του με μια αρκούδα...

   - Βρίσκομαι που λέτε στο δάσος και ακούω ξαφνικά έναν τρομερό θόρυβο από

     σπάσιμο ξερών κλαδιών και θάμνων. Προς στιγμήν τρομάζω βλέποντας μια

     τεράστια αρκούδα να έρχεται κατά πάνω μου. Αρπάζω το ντουφέκι μου και

     είμαι έτοιμος να την πυροβολήσω...εκείνη κοντοστέκεται και σηκώνει τα

     δύο μπροστινά της πόδια... (εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο και

     πάει ο οικοδεσπότης ν'απαντήσει. Μετά από πέντε λεπτά επιστρέφει...)

   - Που είχα μείνει ρε παιδιά; (ρωτάει την παρέα του).

   - Εκεί που είχε σηκώσει τα πόδια (του απαντάει κάποιος).

   - Ε! ρε και της ρίχνω ένα γαμήσι...

 

11)  Πηγαίνει κάποιος στο γιατρό και βγάζει το πέος του. Και τι να δει

   ο γιατρός ήταν όλο μια πληγή.

   -Βρε πώς το έπαθες αυτό;

   -Να γιατρέ μου, χθες βγήκα με μια αξιοπρεπή κυρία και πήγα να της δώσω

    μια πίπα. Ομως αυτή σιχαινόταν να το πιάσει με το χέρι και το'πιανε

    με το πιρούνι...

 

12) Γράφει γράμμα στη μαμά του κάποιος σχετικά νιόπαντρος.

   - Μαμά επιτέλους αποκτήσαμε κι εμείς ένα παιδί. Αλλά η γυναίκα μου δεν

     έχει γάλα και αναγκαστήκαμε να δίνουμε στο μωρό γάλα από μια μαύρη

     γυναίκα, με αποτέλεσμα κάθε μέρα που περνάει το παιδί μας όλο και

     μαυρίζει.

   Και η μητέρα του απαντάει:

   - Γιόκα μου, όταν γεννήθηκες εσύ κι εγώ δεν είχα γάλα. Αναγκαστήκαμε

     να σου δίνουμε γάλα από κατσίκι. Αλλά τα κέρατα βλέπω τώρα τα βγάζεις...

 

13) Κάποιου του τσίμπησε μια σφήκα το άκρο του πέους του. Οπότε πηγαίνει στο

   γιατρό με πρησμένο πέος και φρικτούς πόνους.

   - Γιατρέ υποφέρω, θέλω τη βοήθειά σου.

   - Χμ..., θα το γιατρέψουμε, μην ανησυχείς.

   - Ναι μεν, αλλά έτσι ώστε το πρήξιμο να μείνει, ο πόνος να φύγει...

 

14) Εξαιτίας της κατάστασης εγκυμοσύνης της γυναίκας του ο Αβραάμ υποφέρει

   πολύ από έλλειψη έρωτα. Βλέποντας και κατανοώντας την κατάσταση

   η γυναίκα του, του λέει:

   - Αβραάμ πάρε 5000 και πήγαινε στο μπουρδέλο.

   Οπότε όλο χαρά ο Αβραάμ κατεβαίνει αμέσως στην αυλή για να φύγει.

   Κατά σύμπτωση συναντά έξω τη γειτόνισσα.

   - Πολύ χαρούμενος είσαι Αβραάμ, τι συμβαίνει;

   - Να η γυναίκα μου επειδή είναι έγκυος μου έδωσε ένα πεντοχίλιαρο για να

     πάω στο μπουρδέλο για ξεχαρμάνιασμα.

   - Τι λες βρε Αβραάμ, να φύγει το χρήμα από τη γειτονιά μας; Δεν το δίνεις

     σε μένα και θα σ'εξυπηρετήσω εγώ. Τι διάολο γείτονες είμαστε.

   Μόλις γύρισε στο σπίτι ο Αβραάμ το ρωτάει η γυναίκα του πως τα πήγε.

   - Το και το. Βρήκα τη γειτόνισσα τη Σάρα και μ'εξυπηρέτησε αυτή.

   - Βρε την πουτάνα, ξεφώνισε η γυναίκα του, όταν ήταν έγκυος αυτή,

     τον Μωυσή τον εξυπηρετούσα τζάμπα...

 

15) Ητανε κάποτε ένας σε μια στάση λεωφορείων και περίμενε, αλλά το λεωφορείο αργούσε υπερβολικά. Κάποια στιγμή βαρέθηκε οπότε σήκωσε το χέρι του και σταμάτησε ένα ταξί.

Μπαίνει μέσα και ο ταξιτζής τον ρωτά:

-Που πάμε;

-Κηφισίας, του απαντά ο επιβάτης.

-Σε τι ύψος, ρωτά ο ταξιτζής.

-Ελα, κόψε τις μαλακίες και πήγαινε κανονικά από το δρόμο.

 

16)Δυο φυλακισμένοι σε ένα κελί των φυλακών Κορυδαλού, συζητάνε:

-Και στο είπα, ρε ηλίθιε, να μην τυπώσουμε παράνομα εφτακοσάρικα.

 

17)Πως καπνίζουνε οι πόντιοι τα τσιγάρα BF;

Αφιλτρα.

 

18)Θέλανε οι ξανθιές να αποδείξουνε ότι δεν είναι χαζές, οπότε μαζευτήκανε στο ΣΕΦ (όσες χωρούσανε) και βρήκανε και κάποιους επιστήμονες για κριτές.

Παίρνουν οι κριτές μια τυχαία ξανθιά από το κοινό και άρχισαν  τις ερωτήσεις.

-Πείτε μας, δεσποινίς πόσο κάνει οχτώ και επτά;

-Δώδεκα, απαντά μετά από λίγη σκέψη.

Αρχίζουν οι υπόλοιπες ξανθιές να φωνάζουν:

-Δωσ'της άλλη μια ευκαιρία, δωσ'της άλλη μια ευκαιρία...

Οι κριτές για να μη φανούν κακοί την ξαναρωτάνε:

-Παρακαλώ πείτε μας, πόσο κάνει έξι και έξι;

-Εντεκα ,απαντά η ξανθιά.

Αρχίζει πάλι το κοινό:

-Δωσ'της άλλη μια ευκαιρία, δωσ'της άλλη μια ευκαιρία...

Οι κριτές τελικά το παραβλέπουν και ρωτούν για τελευταία φορά:

-Πείτε μας πόσο κάνει τρία και ένα;

Νεκρική ησυχία στο κοινό από την αγωνία, η ξανθιά να τρέμει, οπότε όλο αμφιβολία απαντά:

-Μήπως τέσσερα;

Και αρχίζουν να φωνάζουν από το κοινό:

-Δωσ'της άλλη μια ευκαιρία, δωσ'της άλλη μια ευκαιρία....

 

19) Ητανε δυο γνωστοί που μένανε σε ένα προάστιο μίας πόλης και η δουλειά και των δύο ήτανε στο κέντρο της. Κάθε πρωί έπαιρναν το αυτοκίνητο τους και πήγαιναν στη δουλειά τους. Κάποια περίοδο έπρεπε του ενός το αυτοκίνητο να μείνει στο συνεργείο, για λίγες μέρες οπότε προσφέρθηκε ο άλλος να τον πηγαίνει στη δουλειά του. Το πρώτο πρωί ενώ πηγαίνουν στη δουλειά τους, σε μια απότομη στροφή που είχε γκρεμό από κάτω ,πετάγεται ο συνοδηγός και λέει στα πεταχτά "κιχ-κιχ". Ο οδηγός το άκουσε αλλά δεν έδωσε σημασία. Στο γυρισμό το μεσημέρι ενώ περνούσαν από την ίδια στροφή, πετάγεται πάλι ο συνοδηγός και λέει πάλι "κιχ-κιχ". Αυτή τη φορά ο οδηγός δεν άντεξε και τον ρώτησε γιατί το κάνει αυτό.

-Να μωρέ, του απαντά ο άλλος ,τις προάλλες περνούσε από εδώ ένας ξάδερφος μου και του έφυγε το αυτοκίνητο και πήγε στον γκρεμό και γίναν όλα τόσο γρήγορα που ούτε κιχ δεν πρόλαβε να κάνει.

 

20)Δυο ποντικάκια συζητούν:

-Ασε ρε, εχτές το βράδυ μου κλέψανε το CD του Σφακιανάκη.

-Και μένα μου κλέψανε δυο κιλά φασόλια.

Εκείνη την ώρα περνούσε ένα τρίτο ποντικάκι και τραγουδούσε:

-Ο αετός πεθαίνει στον αέρααα, πριτςς πριτςς.

 

21)Ο Τοτός κάνει πάρτι στο σπίτι του για τα γενέθλια του. Η μητέρα του είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει λιχουδιές για τα παιδιά. Εκείνη την ώρα έρχεται ο πατέρας του Τοτού από τη δουλειά και λέει στη γυναίκα του.

-Γυναίκα έχω ορμές και  θέλω να κάνουμε έρωτα τώρα αμέσως.

-Μα αντρούλη, έχουμε πάρτι, καλεσμένους και θα γίνουμε ρεζίλι.

-Δεν αντέχω ούτε λεπτό και πρέπει να κάνουμε κάτι για να τα βολέψουμε.

-Δηλαδή σαν τι;

-Να, εσύ θα κοπείς λίγο με το μαχαίρι, θα σπάσουμε και ένα πιάτο και θα πούμε ότι έσπασε ένα πιάτο και κόπηκες όταν μάζευες τα σπασμένα και ότι θα πάμε πάνω για να στο δέσω.

Πράγματι κόβεται λίγο η μητέρα του Τοτού, πετάνε και ένα πιάτο κάτω για να σπάσει. Ακούει ο Τοτός το θόρυβο και τρέχει στην κουζίνα.

-Τι έγινε;

-Τίποτα σημαντικό, απαντάει ο πατέρας του, έσπασε ένα πιάτο η μαμά σου και κόπηκε όταν τα μάζευε και θα πάμε πάνω να το δέσουμε.

-Καλά, λέει ο Τοτός και ξαναγυρίζει στους φίλους του, ενώ οι γονείς του πήγανε επάνω.

Η ώρα περνούσε, οπότε ο Τοτός ανησύχησε και πήγε επάνω να τι γίνεται. Περνώντας έξω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών άκουσε βογκητά. Σκύβει και βλέπει τους γονείς του να κάνουν έρωτα. Αμέσως αλλάζει χρώμα και γίνεται άσπρος, κατεβαίνει με τα τέσσερα τα σκαλοπάτια, τρέχει κλείνει τη μουσική και γυρίζει προς τους φίλους του και τους λέει:

-Μην τολμήσει κανένας να σπάσει πιάτο γιατί θα τον γαμήσει ο πατέρας μου.

 

22)Στο σχολείο του Τοτού η δασκάλα τους έχει βάλει για εργασία να σκεφτούν μια παροιμία και να προσπαθήσουν να την παραστήσουν. Ο Τοτός, ως συνήθως δεν έχει κάνει τίποτα αλλά προσπαθούσε να σκεφτεί κάτι εκείνη την ώρα. Οταν ήρθε η σειρά του, του λέει η δασκάλα του:

-Τοτέ δείξε μας την παροιμία σου και εμείς θα προσπαθήσουμε να την βρούμε.

Σηκώνεται πάνω ο Τοτός βγάζει ένα δεκάρικο από την τσέπη του, βγάζει και την τσίχλα από το στόμα του, τη βάζει πάνω στο δεκάρικο και τα πετάει στο ταβάνι, οπότε και κολλάνε εκεί. Μετά πιάνει με το ένα χέρι του τα γεννητικά του όργανα κάνει με το άλλο χέρι σαν να είναι ζητιάνος και κοιτάει συνεχώς προς το δεκάρικο. Το βλέπει η δασκάλα του και βάζει τις φωνές.

-Αύριο Τοτέ θα έρθεις με τη μαμά σου στο σχολείο.

-Μα γιατί κυρία, η παροιμία λέει «Κάλιο τρία και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι».

 

23)Είναι ο Τοτός με την αδερφή του.

-Ελένη, να σου πιάσω λίγο το χέρι;

-Αν και μου φαίνεται παράξενο ορίστε, του απαντά η αδερφή του.

-Ελένη να σου πιάσω λίγο τον ποπό;

-Τοτέ τι πράγματα είναι αυτά;

-Ως αδερφάκι σου, το εννοώ.

-Καλά εντάξει.

Μετά από λίγο.

-Ελένη να σου πιάσω το βυζί;

-Τοτέ σα δε ντρέπεσαι.

-Ως αδερφάκι σου, το εννοώ.

-Καλά εντάξει.

-Ελένη να κάνουμε έρωτα;

-Τοτέ θα το πω στη μαμά.

-Ως αδερφάκι σου, το εννοώ.

-Καλά εντάξει.

Αφού τελειώνουν, γυρίζει η Ελένη και λέει στον Τοτό:

-Τελικά είσαι πιο καλός από τον μπαμπά.

-Και εσύ πιο καλή από τη μαμά, της απαντά ο Τοτός.

 

24)Ταξίδευε κάποιος με ένα Autobianci στην εθνική και κάποια στιγμή του μένει τελείως. Ο άνθρωπος τα έβαλε με την τύχη του γι΄αυτό που έπαθε. Εκείνη την ώρα περνούσε κάποιος με μια BMW και βλέπει την όλη κατάσταση.

-Φιλάρα μπορώ να σε τραβήξω μέχρι την επόμενη πόλη. Θα σε δέσω με ένα σχοινί, εσύ μπες στο δικό σου και άμα τρέχω ή κάτι δεν πάει καλά κόρναρε μου.

Δένουν τα δυο αυτοκίνητα και ξεκινάνε. Η BMW να πηγαίνει το πολύ με σαράντα χιλιόμετρα και ο άλλος από πίσω να είναι αραχτός με το τσιγάρο, χαζεύει το τοπίο.

Κάποια στιγμή δίπλα στην BMW έρχεται ένας με μια Mercedes και κάνει στον οδηγό της BMW:

-Χαιρετώ το χελωνάκι της εθνικής, και το σανιδώνει.

Τα παίρνει στο κρανίο ο οδηγός της BMW και καρφώνει το πόδι του στο γκάζι. Τελικά καταλήγουν τα δυο αυτοκίνητα να κάνουν άγρια κόντρα, τρέχοντας γύρω στα διακοσαπενήντα χιλιόμετρα την ώρα. Ο άλλος από πίσω να κορνάρει απεγνωσμένα αλλά ο οδηγός της BMW είναι τόσο απορροφημένος με την κόντρα που τον έχει ξεχάσει τελείως.

Πιο κάτω είναι ένα περιπολικό της τροχαίας, βλέπει να περνούν, σαν σίφουνες τα τρία αυτοκίνητα και τρέχει να δώσει αναφορά στον ασύρματο.

-Εδώ όχημα 326, μόλις είδα κάτι τελείως τρελό.

-Τι πράγμα εννοείς;

-Μόλις πέρασαν μια BMW και μια Mercedes τρέχοντας με 250 χιλιόμετρα.

-Και που το παράξενο, τον ρωτάνε από τον ασύρματο.

-Από πίσω σε απόσταση ενός μέτρου έτρεχε και ένα Autobianci με 250 χιλιόμετρα και κόρναρε, κιόλας, για να προσπεράσει.

25)Είναι δυο φίλοι και κάνουν εκδρομή με το αυτοκίνητο κάπου στην επαρχία. Σε λίγο βλέπουν ένα κοπάδι από πρόβατα.

-Πόσα να είναι άραγε, λέει ο συνοδηγός.

-διακοσιατριανταέξι, απαντά ο οδηγός.

Κατεβαίνει ο συνοδηγός να πάει να ρωτήσει το βοσκό και πράγματι τα πρόβατα είναι τόσα. Λίγο πιο κάτω βλέπουν ένα άλλο κοπάδι.

-Πόσα είναι αυτά, λέει ο συνοδηγός.

-Τριακόσιαδωδεκα, απαντά αμέσως ο οδηγός.

Κατεβαίνει ο συνοδηγός και πάει και ρωτάει το βοσκό και όντως τα πρόβατα είναι τόσα. Γυρίζει στο αυτοκίνητο και όλο περιέργεια ρωτά τον οδηγό.

-Πως ξέρεις πόσα είναι κάθε φορά, μετράς τα κεφάλια;

-Υπάρχει και ποιο εύκολος τρόπος, απλά μετράω τα πόδια και διαιρώ δια τέσσερα.

 

26)Είναι η ώρα της ζωγραφικής και η δασκάλα λέει στα παιδιά να

ζωγραφίσουν ό,τι θέλουν. Περνάει η ώρα, τελειώνουν τα παιδιά και η

δασκάλα μαζεύει τις ζωγραφιές τους, τις κοιτάζει και σταματάει

έκπληκτη στη καταπληκτική ζωγραφιά του Ταμτάκου. Αμέσως τον

φωνάζει και του λέει να έρθει την επόμενη μέρα με τον πατέρα του.

Την επόμενη μέρα...

-Καλημέρα σας κυρά ντασκάλα.Το ξέρω ό,τι και να μου πείτε έκετε

ντίκιο. Το έχω σπάσει στο ξύλο το κωλόπαιντο, αλλά τίποτα.

-Μα τι είναι αυτά που μου λέτε...

-Μα σας παρακαλώ, ντε ξέρω εγώ το παιντί που έχω; Να το σπάσετε

κι εσείς στο ξύλο το κωλόπαιντο μπας και βάλει μυαλό.

-Τι λέτε τώρα; Να δείρω το παιδί σας που ζωγράφισε ένα φανταστικό

τοπίο; Πρόκειται για μεγάλο ταλέντο και πρέπει να το βοηθήσετε.

γι`αυτό μιλάς καλέ ντασκάλα. Αυτό ντε είναι τίποτα. Προχτές το

κωλόπαιντο ζωγκράφισε ένα μουνί στον τοίχο της γκειτονειάς μας και

σπάσαμε όλοι τ`αρχίντια μας.

 

27)Ήταν ένας ξεβουλωτής βόθρων μαζί με τον μαθητευόμενο βοηθό του και πήγαν στο

σπίτι μιας κυρίας, της οποίας η μπανιέρα είχε γεμίσει σκατά και έπρεπε με λίγα

λόγια να ξεβουλώσουν την μπανιέρα να φύγουν τα σκατά.

Πάει λοιπόν εκεί ο μάστορας και πλούτς! βουτάει μέσα στην μπανιέρα με τα σκατά.

Μετά από λίγο βγαίνει και λέει στο βοηθό του:

-Βοηθέ κατσαβίδι.

Του δίνει λοιπόν ο βοηθός το κατσαβίδι και ξανά πλάτς! ο μάστορας στα σκατά.

Βγαίνει μετά από λίγο και:

-Βοηθέ την πένσα.

Του δίνει ο βοηθός την πένσα...και τέλος πάντων μετά από πολλές βουτιές και

γεμάτος σκατά ο μάστορας βγαίνει και λέει στον βοηθό του:

-Αντε ρε βλάκα, κοίτα να μαθαίνεις γιατί αλλιώς μια ζωή βοηθός θα μείνεις...

 

28) Περί γυναικείας ψυχρότητας.

Είναι ένα ζευγάρι που ζει σε κάποιο χωριό, μακριά από την πόλη. Το ζευγάρι δεν

μπορεί να κάνει έρωτα γιατί η γυναίκα δεν τη βρίσκει με τίποτα και την ώρα που

κάνουν έρωτα διαβάζει εφημερίδα, καπνίζει και άλλα συναφή.

Μια μέρα του τη δίνει του άνδρα με την κατάσταση αυτή και λέει λοιπόν στη

γυναίκα, "Γυναίκα, αύριο θα πάμε στην πόλη σε μια κλινική να σ'εξετάσουν

γιατί δεν είναι κατάσταση αυτή."

Η γυναίκα λοιπόν συμφωνεί και την άλλη μέρα φτάνουν στη πόλη και πηγαίνουν

στην κλινική. Περιμένοντας στην ρεσεψιόν της κλινικής βλέπουν κάτι τύπους με

άσπρα σακάκια και άσπρα παντελόνια.

Ο άνδρας πλησιάζει έναν απ'αυτούς και του λέει, "Γιατρέ μου η γυναίκα μου έχει

αυτό κι αυτό το πρόβλημα και μπλα, μπλα....

-Ελάτε μέσα στο δωμάτιο δεξιά να σας εξετάσουμε, λέει ο ένας στη γυναίκα.

Αυτή μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και ο άνδρας της περιμένει στη ρεσεψιόν.

Αμέσως ο γιατρός με αποφασιστικές κινήσεις βάζει τη γυναίκα να ξαπλώσει, της

βγάζει τα ρούχα και αρχίζει να την πηδάει. Αυτή αδιάφορα παίρνει ένα περιοδικό

και αρχίζει να το διαβάζει.

Ο γιατρός τελειώνει την "εξέταση" και σαστίζει με την αδιαφορία της γυναίκας.

Φωνάζει κάποιον απ'έξω, "Ρε συ Μιχάλη έλα να δεις μια περίπτωση". Μόλις μπαίνει

μέσα αυτός του εξηγεί και μη χάνοντας χρόνο αρχίζει να πηδάει κι αυτός.

Η γυναίκα αδιαφορώντας για ότι γίνεται καπνίζει ένα τσιγάρο.

Τελειώνει και ο Μιχάλης με την "εξέταση" αλλά η γυναίκα αδιάφορη.

-Ρε δε φωνάζουμε τον Μάρκο που έχει ένα πουλί σαν του γαϊδάρου, μήπως αυτός

καταφέρει κάτι;

Τον φωνάζουν λοιπόν, ρίχνει κι ο Μάρκος μια από τα ίδια, αλλά η γυναίκα τίποτα

Τέλος εξαντλημένοι βγαίνουν απ'το δωμάτιο και βλέποντάς τους ο άνδρας της

γυναίκας τους ρωτάει για τ'αποτελέσματα της εξέτασης. Κι αυτοί του λένε,

-Η γυναίκα σας έχει σοβαρό πρόβλημα, πρέπει να τη δει ένας γιατρός!

-Γιατί, εσείς τι είσαστε; ρωτάει ο άνδρας.

-Εμείς εδώ βάφουμε. Ελαιοχρωματιστές είμαστε....

 

29) Μικροβιολογικό τεστ.

Η κυρία Τουλουμπουκίδου Κατερίνα πηγαίνει στον μικροβιολόγο στις 8 το πρωί για

εξετάσεις. Ο γιατρός της παίρνει το αίμα και σημειώνει στο μπουκαλάκι τ'όνομά

της.

Κατά το μεσημέρι μια άλλη κυρία Τουλουμπουκίδου Κατερίνα πηγαίνει επίσης για

εξετάσεις αίματος. Ο γιατρός της παίρνει αίμα και σημειώνει τ'όνομά της στο

καινούργιο μπουκαλάκι.

Το απόγευμα βλέπει ότι στο ένα μπουκαλάκι το αποτέλεσμα είναι ζάχαρο 500 και στο

άλλο το αποτέλεσμα είναι AIDS.

Το δίλημμα μεγάλο, ποια είναι ποια?

Την άλλη μέρα ο σύζυγος της μιας πηγαίνει να πάρει τ'αποτελέσματα και ο

γιατρός του λέει:

-Ξέρετε, κύριε Τουλουμπουκίδη, η κατάσταση είναι λίγο περίπλοκη. Το μόνο που

μπορείτε να κάνετε είναι να πάρετε ένα ταψί μπακλαβά να το πάτε σπίτι και να

ταΐσετε τη γυναίκα σας. Εάν δεν πεθάνει, μη την ξαναγαμήσετε...

 

30)Ητανε μια οικογένεια που ήθελε να πάρει κατοικίδιο για το σπίτι. Πάει λοιπόν η γυναίκα σε ένα μαγαζί με ζώα για να διαλέξει. Είδε έναν ωραίο πολύχρωμο παπαγάλο και της άρεσε πολύ.

-Αυτό θέλω, λέει στον καταστηματάρχη.

-Ξέρετε αυτός πριν ήταν σε μπουρδέλο και γιαυτό βρίζει πολύ, της απαντάει.

-Δεν με νοιάζει, τον θέλω.

Τον αγοράζει λοιπόν και τον πάει στο σπίτι. Μόλις βγάζει την κουκούλα από το κλουβί, ο παπαγάλος λέει:

-Καινούργιο μπουρδέλο, καινούργιο μπουρδέλο...

Μόλις γυρίζει και βλέπει την γυναίκα λέει:

-Καινούργια τσατσά, καινούργια τσατσά...

Εκείνη την ώρα μπαίνει η θυγατέρα της οικογενείας και μόλις τη βλέπει ο παπαγάλος λέει:

-Καινούργια πουτάνα, καινούργια πουτάνα...

Αυτή τη στιγμή που συμβαίνουν αυτά γυρίζει και ο πατέρας από τη δουλειά. Μόλις τον βλέπει ο παπαγάλος λέει:

-Αλλάξαμε μπουρδέλο, αλλάξαμε τσατσά, αλλάξαμε πουτάνα, αλλά ο κύριος Νικολάκης παραμένει τακτικός πελάτης.

 

31)Ητανε κάποτε ένας κυνηγός αρκούδων και πάει στο δάσος να κυνηγήσει. Βλέπει πίσω από έναν θάμνο το πόδι μιας αρκούδας. Βγάζει την καραμπίνα, σημαδεύει και αρχίζει να πυροβολά συνεχώς μέχρι να αδειάσει το όπλο. Μετά κοιτά για πτώμα αρκούδας αλλά τίποτα. Ξάφνου κάτι του χτυπά την πλάτη, γυρίζει και βλέπει την αρκούδα που του λέει:

-Γιαυτό που έκανες  θα μου πάρεις πίπα αλλιώς θα σε σκοτώσω.

Τι να κάνει ο άνθρωπος, το έκανε και έφυγε νευριασμένος, ορκιζόμενος ότι θα εκδικηθεί. Την άλλη μέρα ξαναπήγε, στο ίδιο μέρος, κουβαλώντας αυτή τη φορά πολυβόλο. Πίσω από ένα θάμνο βλέπει το αυτί της αρκούδας, βγάζει το πολυβόλο και αρχίζει να ρίχνει μέχρι που άδειασε η γεμιστήρα. Κοιτά για πτώμα αρκούδας αλλά δυστυχώς τίποτα. Ξάφνου του χτυπά πάλι την πλάτη, γυρίζει και βλέπει πάλι την αρκούδα που του λέει αυτή τη φορά:

-Επειδή ξαναπροσπάθησες να με σκοτώσεις αυτή τη φορά θα στήσεις κώλο αλλιώς θα σε πετσοκόψω.

Τι να κάνει ο άνθρωπος το κάνει και φεύγει, πραγματικά νευριασμένος, απειλώντας την αρκούδα ότι κάποτε θα καταφέρει να την σκοτώσει. Την άλλη μέρα έρχεται με ένα μπαζούκα και ψάχνει την αρκούδα. Πίσω από κάτι φυτά διακρίνει το περίγραμμα της, οπότε σημαδεύει και ΜΠΑΜ. Σίγουρος πλέον ότι την σκότωσε ψάχνει για το πτώμα της, αλλά τίποτα. Γυρίζει όλο τρόμο πίσω του και βλέπει την γνωστή αρκούδα, που του λέει:

-Εχω την υποψία ότι δεν έρχεσαι στο δάσος για να κυνηγήσεις, αλλά για κάτι άλλο!!!

 

32)Σε μια κουκέτα τρένου ταξιδεύουν δυο άγνωστοι και κάποια στιγμή ο κάτω λέει στον πάνω:

-Ρε φιλάρα, επειδή η γυναίκα μου δεν βρήκε κρεβάτι, γίνεται να την φέρω να κοιμηθεί εδώ μαζί μου;

Ο πάνω λίγο από ντροπή, λίγο από φιλότιμο τελικά δέχτηκε. Ομως κάποια στιγμή το βράδυ  η γυναίκα του κάτω είχε όρεξη για «τρελίτσες» και άρχισε να τρίβεται στον άντρα της.

-Τι κάνεις, ρε γυναίκα, δεν είμαστε μόνοι μας, ντροπή πάει.

-Μα σε θέλω πάρα πολύ.

Λίγο-λίγο τον έψησε, γδυθήκανε και αρχίσανε το σεξ. Ο πάνω τους άκουσε αλλά ντρεπόταν να μιλήσει και προσπαθούσε να κοιμηθεί. Οι κάτω όμως ενώ κάνανε σεξ

μιλούσανε κιόλας.

-Τι κάνουμε γυναίκα τώρα;

-Ετοιμάζουμε το γιο μας άντρα μου.

-Και τι θα τον κάνουμε άμα μεγαλώσει;

-Οικοδόμο να τον κάνουμε, επιβήτορα μου.

-Οχι, δεν θα τον κάνουμε οικοδόμο.

-Και τι θα τον κάνουμε, άντρα μου;

-Θα τον κάνουμε επιστήμονα, ναι επιστήμονα, επιστήμονα, και κόντευε να τελειώσει.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή εκτροχιάζεται το τρένο, τουμπάρει η κουκέτα, πέφτουν όλοι κάτω και τελικά βρίσκονται και οι τρεις μαζί στο πάτωμα, μαζί με ρούχα, στρώματα, κτλ. Σηκώνεται ο πάνω και λέει στο ζευγάρι:

-Ορίστε το σουτιέν της γυναίκας σας, ξεκρεμώντας το από τον ώμο  του, ορίστε και το μποξεράκι σας, τινάζοντας το από το πόδι του, και τέλος πάρτε και τον επιστήμονα σας, σκουπίζοντας το πρόσωπο του.

 

33)Ενας κρητικός από ένα χωριό κάπου στον Ψηλορείτη, ταξιδεύει πρώτη φορά με καράβι, για την Αθήνα. Το καράβι όμως κουνάει αρκετά και ο κρητικός ως ασυνήθιστος που είναι, τον πειράζει πολύ. Κατά τα μεσάνυχτα, δεν αντέχει και πάει και βρίσκει τον καπετάνιο.

-Καπετάνιε, το καράβι κουνεί και θέλω να κατεβώ.

-Τι πράγμα, τον ρωτά ο καπετάνιος όλο απορία.

-Θέλω να κατέβω εδώ, γιατί δεν μπορώ άλλο.

-Τρελός είσαι, είμαστε μες στη μέση της θάλασσας.

-Ε, πήγαινε τότε το καράβι από ένα δρόμο που να μην έχει λακκούβες

Κόκαλο ο καπετάνιος....

 

34)Ηταν ένας αράπης και ήθελε να κάνει έρωτα, οπότε σκέφτηκε να πάει σε ένα μπουρδέλο. Μπαίνει σε ένα αλλά η τσατσά του λέει:

-Δεν γίνεται να σας δεχτώ γιατί είστε αράπης.

-Μήπως είστε ρατσιστές;

-Όχι αλλά εσείς οι μαύροι την έχετε πολύ μεγάλη και όπως τα κορίτσια έχουν συνηθίσει στις μικρές, θα έχουν πρόβλημα.

-Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους μαύρους, την έχω μικρή.

-Όχι, όχι ,λυπάμαι δεν γίνεται.

Το ίδιο έγινε σε δυο-τρία μπουρδέλα, οπότε πάει και στο τελευταίο της περιοχής με την  ελπίδα ότι θα τον δεχτούν. Η τσατσά όμως του λέει πάλι:

-Λυπάμαι δεν γίνεται γιατί εσείς οι μαύροι την έχετε πολύ μεγάλη και όπως τα κορίτσια έχουν συνηθίσει στις μικρές, θα έχουν πρόβλημα.

-Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους μαύρους, την έχω μικρή.

-Όχι, όχι ,λυπάμαι δεν γίνεται.

-Σας παρακαλώ πολύ μη με διώξετε και εσείς όπως οι άλλοι.

-Καλά κομμάτια να γίνει, αφού λες κιόλας ότι την έχεις μικρή, αλλά θα μπεις μέσα μόνο για μια πίπα.

-Ασε, άμα είναι για πίπα την κάνω και μόνος μου.

 

35)Οι πόντιοι Κωστίκας και Γιωρίκας αποφασίζουν να ανοίξουν ένα κρεοπωλείο. Ανοίγουν λοιπόν το μαγαζί και περιμένουν την πελατεία.

Λέει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα:

-Ρε συ Κωστίκα, Δε θα ήταν καλύτερα να κάνουμε μια προπόνηση για να δούμε πως θα μιλάμε στους πελάτες;

-Δίκιο έχεις ,απαντάει ο Κωστίκας.

-Ακου τι θα κάνουμε, εσύ θα βγεις έξω και  θα ξαναμπείς για να παραγγείλεις σαν να είσαι πελάτης, εντάξει;

-Εντάξει, απαντά ο Κωστίκας και βγαίνει έξω.

Ξαναμπαίνει μετά από δυο λεπτά και λέει:

-Καλημέρα.

-Καλημέρα, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

-Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα, απαντά ο Κωστίκας.

-Τι πορτοκαλάδα ρε βλάκα, κρεοπωλείο είμαστε όχι καφενείο. Βγες έξω και ξαναδοκίμασε.

Πράγματι βγαίνει έξω και ξαναμπαίνει.

-Καλημέρα σας.

-Καλημέρα σας, τι θα θέλατε;

-Θα ήθελα μια πορτοκαλάδα.

Ο Γιωρίκας σταλμένος τελείως αρχίζει να τον βρίζει.

-Τι λες, μωρέ πανηλίθιε, βλάκα τόσο κόπανος είσαι; Δεν γίνεται έτσι δουλειά, λοιπόν θα κάνεις εσύ τον καταστηματάρχη και εγώ τον πελάτη.

Βγαίνει έξω ο Γιωρίκας και ξαναμπαίνει μετά από λίγο.

-Καλημέρα σας, θα ήθελα μισό κιλό κιμά.

-Τα μπουκάλια τα έφερες;

 

36)Τρεις φίλοι κυνηγοί συζητούν. Λέει ο ένας:

-Μια φορά πήγα στη ζούγκλα και σκότωσα ένα λιοντάρι, οχτώ μέτρων μήκους και δυο πλάτους.

-Αυτό δεν είναι τίποτα, λέει ο δεύτερος, εγώ κάποτε στην Αφρική σκότωσα έναν ελέφαντα δέκα μέτρων ύψους και βάρους εξήντα τόνων.

Οπότε γυρίζει και ο τρίτος και τους λέει:

-Ρε παιδιά την Νεκρά Θάλασσα την ξέρετε, λοιπόν εγώ την σκότωσα.

 

37)Ένας τύπος έχει έντονο πρόβλημα με αιμορροΐδες και παρόλο που έχει επισκεφτεί πολλούς γιατρούς θεραπεία δεν βλέπει, οπότε αποφασίζει να πάει σε έναν που ξέρει γιατροσόφια να του πει το πρόβλημα του.

-Φίλε μου είναι απλό, κάθε πρωί, θα βάζεις στον πρωκτό σου το κατακάθι από τον καφέ που πίνεις, για είκοσι μέρες και μετά θα είσαι περδίκι.

Οι είκοσι μέρες περνάνε αλλά αποτέλεσμα κανένα και αποφασίζει να επισκεφτεί έναν καινούργιο πρωκτολόγο. Πάει λοιπόν και του λέει το πρόβλημα του και αυτός τον βάζει να σκύψει για να τον εξετάσει.

-Χμ, χμ ,πωπώ, τέλοσπάντων

-Γιατρέ μου πείτε μου είναι τόσο σοβαρό;

-Όχι, αλλά βλέπω ότι μεγάλο δρόμο θα διαβείς και στεφάνι θα φορέσεις.

 

38)Ένας νεαρός που πρόκειται να παντρευτεί συζητά με τον πατέρα του.

-Πατέρα, τι θα κάνω την πρώτη νύχτα του γάμου;

-Θα πάρεις αυτό που έπαιζες, όταν ήσουν μικρός και θα το βάλεις εκεί που κατουρά η γυναίκα σου.

Ο νέος όμως παρερμήνευσε και την πρώτη νύχτα του γάμου, έβαλε την μπάλα μπάσκετ στη λεκάνη της τουαλέτας.

 

39)Μπαίνει ένας πιτσιρικάς μέσα στην τουαλέτα και βλέπει τον πατέρα του να βάζει ένα προφυλακτικό.

-Ρε πατέρα, τι κάνεις εκεί;

-Υπάρχει ένα ποντίκι, εδώ μέσα και φτιάχνω μια παγίδα, για να το πιάσω.

-Δηλαδή θες να το πιάσεις για να το γαμήσεις;

 

40)Είναι ο Τοτός στο σχολείο και η δασκάλα τους μαθαίνει την αλφαβήτα.

-Παιδιά μου για κάθε γράμμα θα μου λέτε μια λέξη που ξεκινά από το γράμμα αυτό. Πείτε μου για το άλφα.

Πετάγεται η Αννούλα και λέει «αχλάδι».

-Μπράβο παιδί μου.

Φτάνουν στο γράμμα «Μ» οπότε πετάγεται ο Τοτός και λέει τη λέξη «μουνί».Τσατίζεται η δασκάλα και του λέει:

-Για τιμωρία Τοτέ γιαυτό που είπες, θα σηκωθείς και θα γράψεις στον πίνακα χίλιες φορές τη λέξη που είπες και μετά θα τις σβήσεις με τη γλώσσα σου. Τι να κάνει ο Τοτός το κάνει, οπότε καταλήγει να έχει ένα μελανιασμένο πρόσωπο από την προσπάθεια και μια γλώσσα κάτασπρη από την κιμωλία. Γυρίζει σπίτι του, τον βλέπει ο πατέρας του και τον ρωτά:

-Πως είσαι έτσι, τι έπαθες;

-Άσε με ρε πατέρα και εσύ άμα είχες γλύψει χίλια μουνιά το ίδιο θα πάθαινες

 

41)Η Παρθένα πηγαίνει στη φίλη της να πιουν καφεδάκι και πάνω στην

κουβέντα της εκμυστηρεύεται ότι η σεξουαλική της ζωή έχει

καταντήσει φοβερά ανιαρή σε τέτοιο σημείο, ώστε με τον άνδρα της

έχουν πάψει πια να κάνουν έρωτα. Η φίλη της τη συμβουλεύει να

δοκιμάσει το 69 και της αναλύει πως ακριβώς θα το κάνουν. Η Παρθένα

λοιπόν φεύγει και τρέχει γεμάτη χαρά στον άνδρα της.

-Κωστίκα μου γδύσου γρήγορα κι έλα στο κρεβάτι να σου δείξω ένα

 καινούργιο κόλπο στον έρωτα.

-Σοβαρά μιλάς ρε γυναίκα; Και τι κόλπο είναι αυτό;

-Το λένε 69 και πρέπει να στηθούμε έτσι κι έτσι... και θα σου λέω

 εγώ τι ακριβώς πρέπει να κάνεις.

Ξαπλώνουν λοιπόν όλο χαρά και προσμονή στο κρεβάτι και

ετοιμάζονται.

Πάει να ξεκινήσει ο Κωστίκας όμως ξεφεύγει της Παρθένας μια

κλανιά. Εκπλήσσεται εκείνος, αλλά δεν της λέει τίποτα υποθέτοντας ότι

θα της ξέφυγε. Πάει λοιπόν να ξαναξεκινήσει όμως της ξεφεύγει της

Παρθένας δεύτερη κλανιά. Τότε εκνευρίζεται και της λέει:

-Παρθένα, τι να σου πω; Πολύ ωραίο το 69. Ρίξε λοιπόν και τις

άλλες 67 να τελειώνουμε...

 

42)Πως θα λεγόταν η Λάρισα, άμα είχε γύρω-γύρω θάλασσα; Βλαχονησίδα....

 

43)Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας βρίσκονται στο Βόρειο Πόλο και συζητάνε με έναν εσκιμώο σε ένα ιγκλού.

-Δε μου λες ρε φίλε, εδώ έχετε άσπρες γυναίκες;

-Ναι έχουμε, του απαντά ο εσκιμώς.

-Μαύρες έχετε, ξαναρωτά ο Γιωρίκας.

-Έχουμε και λίγες μαύρες.

-Ασπρόμαυρες έχετε;

-Όχι είμαι σίγουρος ότι ασπρόμαυρες δεν έχουμε.

Οπότε γυρίζει ο Γιωρίκας στον Κωστίκα και του λέει:

-Και στο είπα, ρε μαλάκα, ότι πιγκουίνους γαμούσαμε.

 

44)Μια μπανάνα, ένα αγγούρι και ένας πούτσος συζητάνε για τη ζωή τους. Μιλάει πρώτη η μπανάνα.

-Εμένα μου βγάζουνε την πέτσα και μετά με ξεσκίζουνε με τα δόντια τους.

Πετάγεται το αγγούρι και λέει:

-Σιγά ρε φίλε το κακό. Εμένα με ξεφλουδίζουνε αλλά πριν με ξεσκίσουν με τα δόντια τους, με κόβουνε και σε μικρά κομματάκια.

Τότε γυρίζει και ο πούτσος και τους λέει:

-Ρε παιδιά, εσείς περνάτε καλά και δεν πρέπει να παραπονιέστε. Εμένα μου βάζουνε μια σακούλα από το κεφάλι μέχρι τα πόδια, μετά με χώνουνε σε μια μαύρη τρύπα και με ταρακουνάνε μέχρι να κάνω εμετό.

 

45)Δυο άσπονδοι εχθροί τρακάρουν άσχημα με τα αυτοκίνητα τους, τα οποία γίναν παλιοσίδερα, αλλά κανείς τους δεν έπαθε τίποτα. Βγαίνουν έξω από το αυτοκίνητα και βλέπουν ο ένας τον  άλλο, οπότε γυρίζει ο πρώτος και λέει:

-Παρόλο που τα αυτοκίνητα μας γίναν παλιοσίδερα, εμείς δεν πάθαμε τίποτα και αυτό πρέπει να είναι ένα σημάδι από το θεό ότι μπορούμε να ζήσουμε μαζί ειρηνικά.

-Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, απαντά ο δεύτερος.

-Αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε, λέει ο πρώτος και φέρνει από το αυτοκίνητο του δυο κουτάκια μπίρας που τυχαία δεν είχαν πάθει τίποτα. Δίνει το έναν στον πρώην εχθρό του και λέει «άσπρο πάτο».

-Άσπρο πάτο, απαντά και ο άλλος και την κατεβάζει μονορούφι. Μόλις τελειώνει βλέπει τον άλλο να μην έχει πιει ούτε γουλιά, οπότε τον ρωτά «εσύ δεν θα πιεις;»

-Όχι, λέω να περιμένω να έρθει η αστυνομία πρώτα.

 

46)Σε ένα πάρτι εργένηδων έχουν φέρει μερικές στιπτηζέζ , έσβησαν τα φώτα και  το έχουν ρίξει στην παρτούζα. Κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή:

-Να οργανωθούμε ρε παιδιά, αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία και συνεχίζουν.

Μετά από λίγο η ίδια φωνή, ακούγεται να λέει:

-Ρε παιδιά σας είπα να οργανωθούμε, αλλά και πάλι τον γράψανε.

Σηκώνεται τότε αυτός και πάει και ανάβει τα φώτα, σταματάνε όλοι και γυρίζουν και τον κοιτάνε.

-Σας είπα να οργανωθούμε ρε παιδιά, έχω φάει πέντε και δεν έχω ρίξει καμία.

 

47)Ένας γιος πάει τον πατέρα του σε ένα γιατρό, γιατί δεν νοιώθει καλά. Ο γιατρός κάνει τη διάγνωση και τους λέει ότι έχει καρκίνο και θα πεθάνει σε ένα μήνα. Καθώς γυρίζανε ο πατέρας ήθελε να πάει σε ένα μπαράκι για να μεθύσει και ο γιος δεν του χάλασε το χατίρι. Εκεί βρήκε κάποιους κολλητούς του και άρχισε να τους λέει ότι σε ένα μήνα θα πεθάνει γιατί έχει AIDS. Κάποια στιγμή ο γιος ξεμοναχιάζει τον πατέρα του και τον ρώτα:

-Γιατί τους λες ότι έχεις AIDS και όχι καρκίνο;

-Γιατί, ρε ηλίθιε, δεν θέλω να γαμάνε τη μάνα σου όταν εγώ πεθάνω.

 

48)Είναι αποκριές και στο σχολείο όλα τα παιδιά έχουν ντυθεί από κάτι και η δασκάλα ρωτά ένα-ένα τα παιδάκια τι έχουν ντυθεί. Σηκώνει το χέρι της η Αννούλα και λέει:

-Εγώ κυρία έχω ντυθεί γατούλα, μιάου, μιάου.

-Μπράβο Αννούλα, της απαντά η δασκάλα.

Σηκώνει το χέρι του ο Γιωργάκης και λέει:

-Εγώ κυρία έχω ντυθεί σκυλάκι, γαβ,γαβ.

-Μπράβο Γιωργάκη, του απαντά η δασκάλα.

Ο Τοτός που κάθεται στο τελευταίο θρανίο, σηκώνει και αυτός το χέρι του. Το βλέπει η δασκάλα και του λέει:

-Σήκω Τοτέ να δούμε τι έχεις ντυθεί εσύ.

Σηκώνεται ο Τοτός και προς έκπληξη όλων είναι ολόγυμνος και έχει μια οδοντογλυφίδα στο στόμα του, αλλά σαν να μη συμβαίνει τίποτα λέει:

-Εγώ κυρία έχω ντυθεί μεζεδάκι......

 

49)Ένας μεθυσμένος σε ένα μπαρ, ρωτά ένα σερβιτόρο:

-Ρε φιλάρα, εκείνο εκεί το μαύρο τι είναι;

-Ηχείο, του απαντά ο σερβιτόρος.

-Σιγά ρε φίλε μην είναι και η Μυτιλήνη.

 

50)Τι λέει μια ξανθιά που σηκώνεται το πρωί πολύ κουρασμένη;

-Πάλι μπούτι δεν έκλεισα σήμερα

 

51)Ένας αλβανός πάει σε ένα περίπτερο και λέει του περιπτερά:

-Παγωτό κεράσι.

Του δίνει ο περιπτεράς ένα παγωτό κεράσι, οπότε ο αλβανός το παίρνει και φεύγει. Πετάγεται ο περιπτεράς έξω φωνάζοντας:

-Που πας, δεν πλήρωσες.

-Το ξέρω, εγώ αύριο κεράσει.

 

52)Τι είπε η πρώτη γκόμενα του γνωστού Bill Gates;

-MICROSOFT (micro and soft)

 

53)Ένας πέφτει στη ζούγκλα και βλέπει έναν αράπη που του λέει:

-Άμα πιάσει γαμήσει.

Το βάζει στα πόδια ο φίλος μπας και ξεφύγει του αράπη, αλλά ο αράπης αρχίζει να τρέχει ξωπίσω του. Κάποια στιγμή σκοντάφτει, πέφτει οπότε ο αράπης τον πιάνει και του λέει:

-Αφού έπιασε θα γαμήσει, θέλεις με βαζελίνο ή χωρίς βαζελίνο;

Ο άλλος σκέφτηκε ότι αφού δεν γλυτώνει το γαμήσει τουλάχιστον να μην πονέσει πολύ και του απαντά με βαζελίνο, οπότε γυρίζει ο αράπης και φωνάζει:

-Βαζελίνοοοο, έλα και εσύ εδώ.

 

54)Σε ένα αεροπλάνο που πετά πάνω από τον ωκεανό, είναι ένας έλληνας, ένας γερμανός, ένας αμερικάνος και ένας αλβανός. Κάποια στιγμή ο πιλότος τους λέει ότι χάλασε ο ένας κινητήρας και ότι για να φτάσουν στη στεριά πρέπει να πετάξουν ότι περίσσιο έχουν. Ο αμερικάνος πετά δέκα hambuger λέγοντας στους άλλους ότι στην πατρίδα του έχουν πολλά τέτοια. Ο γερμανός πετά ένα κασόνι μπύρες λέγοντας ότι η χώρα του είναι γεμάτη τέτοια. Ο έλληνας πιάνει τον αλβανό και τον πετά κάτω και βλέποντας τα απορημένα βλέμματα των υπολοίπων λέει:

-Μην ανησυχείτε, στη χώρα μας έχουμε πολλούς τέτοιους. 

 

55)Η μητέρα του Τοτού μετά από πολλά κλάματα και παρακάλια πείθει τον Τοτό να πάει στην εκκλησία μια και ήτανε κιόλας Μεγάλη Παρασκευή. «Δεν έχω να χάσω και τίποτα» σκέφτεται ο Τοτός και ετοιμάζεται και πάει. Τη στιγμή που φτάνουν είναι έτοιμοι να βγάλουν τον επιτάφιο, οπότε ο Τοτός πιάνει την κολυμπήθρα και εκνευρισμένος λέει:

-Φτού να πάρει, μια φορά είπα να έρθω και εγώ και έπεσα σε μετακόμιση.

 

56)Ο Τοτός έχει αϋπνίες και τριγυρίζει το βράδυ στο διάδρομο. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονιών του είναι μισάνοιχτη και ο Τοτός σαν περίεργος που είναι άρχισε να κοιτάει. Μετά από λίγο μονολογεί:

-Αυτό είναι αδικία, εμένα με πήγανε στον ψυχίατρο μόνο επειδή πιπίλαγα το δάχτυλο μου.

 

57)Σε ένα δημοτικό σχολείο στη Λάρισα η δασκάλα μαθαίνει τα παιδιά τους μήνες του χρόνου στα αγγλικά.

-Λοιπόν πιδιά μου η Ιανουάριος λέγεται Τζάνουαρη, η Φεβρουάρης λέγεται Φέμπρουαρη, η Μαρτς μένει όπους είνι.........

 

58)Κάποιος κάνει ώτο-στοπ αργά το βράδυ στην εθνική. Ένας φορτηγατζής σταματάει και τον παίρνει. Αφού μιλάνε, μιλάνε, πηγαίνουν, πηγαίνουν και έχουν βαρεθεί, κάνει έτσι το χέρι του ο φορτηγατζής και πιάνει από πίσω μια μαϊμού. Ο άλλος παρακολουθεί έκπληκτος καθώς ο φορτηγατζής την αρχίζει στις σφαλιάρες για λίγη ώρα και μετά την πιάνει από το λαιμό και της λέει «τσιμπούκι» και η μαϊμού πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά. Μόλις τελειώνει γυρίζει προς τον τύπο και του λέει:

-Μήπως θες και εσύ;

-Όχι, ευχαριστώ, του απαντά με μια σχεδόν ξεψυχισμένη φωνή.

Αυτό το σκηνικό επαναλαμβάνεται 2-3 φορές και συνεχώς γίνονται τα ίδια πράγματα ( ξύλο, τσιμπούκι και ερώτηση αν θέλει και αυτός, αλλά του απαντά αρνητικά με διάφορες δικαιολογίες). Την τέταρτη φορά πάλι τα ίδια, αρπάζει τη μαϊμού την πλακώνει στις σφαλιάρες και μετά από λίγο

την βάζει να του πάρει πίπα. Μόλις τελειώνει γυρνά πάλι προς τον άλλο και τον ρωτά:

-Μήπως θες και εσύ;

Και ο άλλος του απαντά:

-Εντάξει με έπεισες, αλλά εμένα δεν θα με βαρέσεις.....

 

59)Η μικρή Αννούλα είναι στο σχολείο και την ώρα του μαθήματος της έρχεται πρώτη φορά περίοδος. Κατατρομαγμένη, γιατί δεν της έχει μιλήσει κανείς για αυτό, το λέει εμπιστευτικά στη δασκάλα της και αυτή της λέει να πάει στη μητέρα της και θα της πει αυτή τι να κάνει. Πράγματι η Αννούλα τρέχει σπίτι της και χτυπά το κουδούνι, αλλά ο μικρός της αδερφός  δεν της ανοίγει για πλάκα. 

-Άνοιξε μου Πέτρο.                 

-Όχι αν δεν μου πεις γιατί γύρισες τόσο νωρίς.

-Δεν μπορώ να σου πω, άνοιξε μου.

-Αν δεν μου πεις γιατί, δεν σου ανοίγω.

Με τα πολλά η Αννούλα δεν άντεξε και σήκωσε το φουστανάκι της, για να δει ο αδερφός της τι έπαθε. Αυτός μόλις το βλέπει, έντρομος βάζει τις φωνές:

-Μαμά, μαμά τρέχα, κόψανε της Αννούλας  τα αρχίδια... 

 

60)Ήταν ένας τύπος και τα είχε με μια γκόμενα, αλλά επειδή δεν είχε μεταφορικό μέσο κάθε μέρα έτρωγε ένα τόνο μουρμούρα. Με πολλούς κόπους και οικονομίες καταφέρνει να αγοράσει μια φοβερή μηχανή με σέλα από ακριβό δέρμα. Μαζί με τη μηχανή του έδωσαν και ένα κουτί βαζελίνη για να βάζει στη μηχανή όταν βρέχει. Περιχαρής παίρνει τη μηχανή για να πάει να την δείξει στην κοπέλα του. Στο σπίτι της κοπέλας τρώγανε οικογενειακώς (γονείς και κόρη) και επειδή όλοι βαριόντουσαν να πλύνουν τα πιάτα, βάλανε στοίχημα αυτός που θα μιλήσει πρώτος θα τα πλύνει. Εκείνη τη στιγμή έρχεται τύπος, χτυπάει το κουδούνι, του ανοίγει η γκόμενα του και αυτός περιχαρής τρέχει την αγκαλιάζει και της λέει:

-Αγάπη, πήρα μια φοβερή μηχανή.

Κουβέντα αυτή ούτε οι γονείς της (στοίχημα γαρ).

-Αγάπη σου μιλάω, γιατί δεν απαντάς;

Τα ίδια οι υπόλοιποι. Τσατίζεται αυτός, τη γδύνει εντελώς και την βάζει κάτω.

-Θα μιλήσεις ή θα στον κάτσω μπροστά στους γονείς σου;

Κανείς δεν μιλά, οπότε αρχίζει τη «δουλειά». Έκπληκτος βλέπει ότι κανένας δεν λέει τίποτα. Σηκώνεται πάνω και γυρίζει προς την πεθερά του:

-Τουλάχιστον θα μου πείτε εσείς τι συμβαίνει;

Κουβέντα αυτή. Γεμάτος νεύρα τότε την αρπάζει, την γδύνει ,τη βάζει κάτω και της κάνει σεξ. Κανένας όμως δεν αντιδρά. Σηκώνεται τότε πάνω και στρέφεται στον πεθερό. Δεν προλαβαίνει να μιλήσει και ακούει μπουμπουνητά, σημάδι πως θα βρέξει, οπότε βιαστικά γυρίζει και λέει:

-Τρέχω να βάλω βαζελίνη.

Μόλις το ακούει ο πεθερός πετάγεται πάνω φωνάζοντας:

-Δε γαμιέται, θα τα πλύνω εγώ τα πιάτα.

 

61)Κάποιος μονολογεί:

-Μακάρι όταν ο θάνατος με βρει, να πεθάνω ειρηνικά στον ύπνο μου, όπως ο παππούς μου και όχι ουρλιάζοντας τρομαγμένος, όπως οι συνεπιβάτες του στο αυτοκίνητο.

 

62)Ένας ηλικιωμένος αγρότης με την κόρη του γυρίζουν από την αγορά, πάνω σε ένα κάρο που το σέρνει ένα άλογο. Είναι και οι δυο χαρούμενοι γιατί κατάφεραν να πουλήσουν σχεδόν όλη την παραγωγή τους και γυρίζουν με ένα πορτοφόλι γεμάτο χρήματα. Για κακή τους τύχη στο δρόμο τους σταματάνε ληστές και τους κλέβουν τα πάντα, ακόμη και τα ρούχα. Ο πατέρας κλαίει τη μοίρα του αλλά η κόρη του, του λέει:

-Μην είσαι τόσο λυπημένος και βάζοντας  το χέρι ανάμεσα στα πόδια της, βγάζει το πορτοφόλι με τα χρήματα.

-Κρίμα, λέει ο πατέρας, άμα ήταν εδώ η μητέρα σου θα σώζαμε και το άλογο.

 

63)Μια κοπέλα γυρίζοντας σπίτι μετά τη βραδινή έξοδο, βλέπει ότι οι γονείς της κοιμούνται και είναι ευκαιρία να βάλει μέσα το αγόρι της για να της κάνει λίγη παρέα ακόμη.

-Έλα μέσα αλλά μην κάνεις θόρυβο γιατί έτσι και μας πάρουν είδηση θα έχω μπλεξίματα.

Πράγματι μπαίνει μέσα κι αρχίζουν τις γλύκες στον καναπέ του σαλονιού. Κάποια στιγμή το αγόρι της λέει ότι θέλει να πάει στην τουαλέτα.

-Κοίτα, του λέει η κοπέλα, η τουαλέτα είναι στον πάνω όροφο που κοιμούνται οι γονείς μου και άμα πας θα ξυπνήσουν, γι΄αυτό χρησιμοποίησε τον νεροχύτη της κουζίνας.

Αυτός σηκώνεται, πάει στην κουζίνα, οπότε μετά από λίγο ακούγεται η φωνή του:

-Το χαρτί υγείας που είναι;

 

64)Ένας βαρυποινίτης αποφυλακίζεται μετά από πολλά χρόνια και η πρώτη του δουλειά είναι να πάει σε ένα μπουρδέλο. Εκεί ζητά την πιο βιτσιόζα πουτάνα που έχουν, του τη δείχνουν και πάνε σε ένα δωμάτιο. Ο τύπος της λέει:

-Κοίτα θα σου δώσω πολλά λεφτά άμα σε πάρω από πίσω και μάλιστα έξω στο μπαλκόνι και εσύ να κρατιέσαι από τα κάγκελα.

Καθώς λοιπόν την γαμούσε βίαια στο μπαλκόνι, σπάνε τα κάγκελα και πέφτουν και οι δυο κάτω και σαν να μην έφτανε αυτό, εκείνη την ώρα περνούσε ένας οδοστρωτήρας και τους κάνει χαλκομανία. Εκείνη την ώρα περνά ο Τοτός και βλέπει το πατημένο ζευγάρι, τρέχει γρήγορα στο μπουρδέλο και χτυπά το κουδούνι και του ανοίγει μια πουτάνα.

-Συγνώμη που σας ενοχλώ, αλλά σας έπεσε η πινακίδα στο δρόμο.

 

65)Δύο νέους τους πιάνει η αστυνομία γιατί καπνίζανε χασίς και τους πάει στο δικαστήριο. Ο δικαστής όμως λυπήθηκε για την νεαρή τους ηλικία και σκέφτηκε να τους δώσει μια ευκαιρία.

-Λοιπόν, επειδή είστε πολλοί νέοι για να καταδικαστείτε θα σας δώσω άλλη μια ευκαιρία, μέσα στις επόμενες δύο μέρες θα προσπαθήσετε να πείσετε ναρκομανείς να σταματήσουν τα ναρκωτικά και άμα κατά τη γνώμη μου είναι αρκετοί τότε θα σας αφήσω ελεύθερους.

Φεύγουν αυτοί και μετά από δυο μέρες εμφανίζονται ξανά στο δικαστήριο. Λέει ο πρώτος:

-Εγώ κατάφερα να μεταπείσω 31 ναρκομανείς.

-Πως το έκανες αυτό, τον ρωτά ο δικαστής;

-Είναι απλό, τους έδειχνα ένα χαρτί με δύο κύκλους έναν μεγάλο και ένα μικρό και τους έλεγα ότι ο μεγάλος είναι πριν αρχίσουν τα ναρκωτικά και ο μικρός είναι μετά.

-Μπράβο παιδί μου, είσαι ελεύθερος. Για πες μας και εσύ κοιτώντας τον δεύτερο.

-Εγώ κατάφερα να μεταπείσω 119 ναρκομανείς.

-Καταπληκτικό και με ποιο τρόπο;

-Τους έδειχνα και εγώ ένα χαρτί με δυο ανόμοιους κύκλους, ένα μικρό και ένα μεγάλο, και τους έλεγα ότι ο μικρός είναι η κωλοτρυπίδα τους πριν πάνε φυλακή και ο μεγάλος άμα καταδικαστούνε για ναρκωτικά και πάνε φυλακή.....

   

66)Δυο βλάχοι παίζουν το παιχνίδι των ερωτοαπαντήσεων.

-Πες μι, ήνα έλληνα ποδουσφαιριστή που ήπαιζε στην Ελλάδα και τούρα παίζει στου εξωτερικού;

-Τσάρτας, του απαντά ο άλλος.

-Ούι βλάκα, αυτό ήνι γιοφύρ...

 

67)Πάει κάποιος στο ληξιαρχείο:

-Γεια σας, θα ήθελα να αλλάξω το όνομα μου.

-Κύριε μου κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο και πρέπει να συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να γίνει.

-Μα με λένε Γιάννη Πολυπαρμένο, αυτό δεν είναι σοβαρός λόγος;

-Α, τότε έχετε απόλυτη ανάγκη να αλλάξετε το όνομα σας και θα εξυπηρετηθείτε αμέσως. Το πολύ σε δεκαπέντε  μέρες θα έχετε την καινούργια ταυτότητα.

-Σας ευχαριστώ πολύ και θα σας είμαι ευγνώμων.

-Λοιπόν, πως θέλετε να σας λένε τώρα;

-Γιώργο.......

 

68)Είναι αργά το βράδυ και ένα νεαρό ζευγάρι πάει με το αυτοκίνητο τους σε ένα ύψωμα, κάπου στην Πεντέλη, δήθεν για να θαυμάσουν τη θέα. Φτάνουν εκεί και αρχίζουν τη «δουλειά», οπότε κάποια στιγμή από το πολύ κούνημα λύνεται το χειρόφρενο και αρχίζει να κατρακυλάει στην κατηφόρα. Πριν προλάβουν να κάνουν κάτι χτυπάνε σε ένα δέντρο και το αυτοκίνητο γίνεται φυσαρμόνικα. «Είσαι καλά;», ρωτάει το κορίτσι. «Ναι είμαι καλά, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ γιατί έχω παγιδευτεί και πρέπει να πας για βοήθεια», απαντά το αγόρι. «Δώσε μου τα ρούχα μου, γιατί δεν μπορώ να πάω γυμνή»,λέει η κοπέλα. «Το μόνο που μπορώ να πιάσω είναι το ένα μου παπούτσι. Βάλτο στο αιδοίο σου και πήγαινε». Παίρνει λοιπόν η κοπέλα το παπούτσι του αγοριού, το βάζει πάνω στο όργανο της και βγαίνει στον πλησιέστερο δρόμο. Εκεί σταματά ένα φορτηγατζή και του λέει:

-Κύριε σας παρακαλώ πρέπει να βιαστούμε, γιατί είχαμε ένα ατύχημα με το αγόρι μου και παγιδεύτηκε. Πρέπει να μας βοηθήσετε.

Ο οδηγός καρφώνοντας τα μάτια του στο παπούτσι πάνω στο όργανο της, της λέει:

-Κοπέλα μου, αν έχει παγιδευτεί εκεί που νομίζω, είμαι σίγουρος πως δεν μπορώ να σε βοηθήσω πάρα πολύ.

 

69)Κάποιος μπαίνει σε ένα άγνωστο του μπαρ και βλέπει πάνω σε ένα τραπέζι ένα σωρό από δεκαχίλιαρα πάνω σε ένα τραπέζι και μια ταμπέλα από πίσω που έλεγε «ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΜΙΣΟ ΕΚΑΤΟΜΥΡΙΟ, ΓΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΑΝ». Πάει στον μπάρμαν και τον ρωτάει τι πρέπει να κάνει. «Πρέπει να κάνεις τρία πράγματα και τα λεφτά είναι δικά σου», του απαντά ο μπάρμαν. «Μου φαίνεται απλό, τι πρέπει να κάνω», ρωτά ο τύπος. «Λοιπόν πρέπει πρώτα να νικήσεις με νοκ-άουτ εκείνο τον παλαιστή των 160 κιλών. Δεύτερον πρέπει να βγάλεις δυο χαλασμένα δόντια από ένα λυκόσκυλο που έχω στην πίσω αυλή και τρίτον να πας στον πάνω όροφο και να πηδήξεις δυο φορές μια γριά ογδονταπέντε χρονών», του απαντά ο μπάρμαν. «Θα δοκιμάσω», λέει ο τύπος και πάει προς τον παλαιστή. Πετά με τρόπο ένα χιλιάρικο μπρος στα πόδια του και του λέει «Φίλε, σου έπεσαν κάτι λεφτά». Τα βλέπει ο παλαιστής, σκύβει να τα πάρει, του ρίχνει ο τύπος μια γονατιά, νοκ-άουτ ο παλαιστής. Μετά πάει στην πίσω αυλή για να περιποιηθεί το σκύλο. Για λίγη ώρα ακούγεται πολύ φασαρία και ουρλιαχτά από το σκύλο σαν να υποφέρει πολύ και σε λίγο βγαίνει έξω γεμάτος δαγκωνιές και αίματα και λέει:

-Έμεινε μόνο η γριά που πρέπει να της βγάλω δυο χαλασμένα δόντια.

 

70)Πάει ένας νταλικέρης σε ένα περίπτερο και λέει του περιπτερά:

-Ε#$ (*&&^$@! @&&#@@...Coca-Cola.

Και ο περιπτεράς του απαντά:

-Ένα παγωμένο κουτάκι, τι; 

 

71)Ένας Γάλλος, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας συζητούν για το σεξ. Μιλάει πρώτα ο Γάλλος:

-Εγώ εχτές το βράδυ έκανα σεξ στη γυναίκα μου τρεις φορές και το πρωί ήταν ακόμη σε έκσταση.

Γυρίζει τότε ο Ιταλός και τους λέει:

-Εγώ εχτές το βράδυ έκανα σεξ στη γυναίκα μου έξι φορές και το πρωί μου έφτιαξε πρωινό και μου είπε ότι δεν θα ξαναγαπήσει ποτέ άλλον άντρα.

Ο Έλληνας δε μιλούσε. Οι άλλοι άρχισαν να τον πιέζουν να τους πει  πόσες φορές το έκανε αυτός. Ο Έλληνας σαν να μη συμβαίνει τίποτα τους απαντά:

-Μία.

-Καλά και τι έλεγε το πρωί, τον ξαναρωτάνε.

-Μη σταματάς, μη σταματάς,.......

 

72)Μετά από πολύ καιρό τα ζώα της ζούγκλας αποφασίζουν να βγάλουν καινούργιο αρχηγό, στη θέση του λιονταριού. Στο διαγωνισμό μπορούν να πάρουν μέρος όλα τα ζώα και για να κερδίσουν πρέπει να πουν ένα ανέκδοτο, τόσο καλό ώστε να γελάσουν όλα ανεξαιρέτως τα ζώα. Για να αποφύγουν το συνωστισμό από τις πολλές αιτήσεις, βάλανε έναν όρο ότι έστω και ένα ζώο να μη γελάσει, τότε τον διαγωνιζόμενο θα τον σκοτώσουν. Μαζεύονται, λοιπόν, τα ζώα σε ένα ξέφωτο και αρχίζει ο διαγωνισμός. Πρώτη μιλάει η τίγρη και τους λέει ένα φοβερό ανέκδοτο και γελάνε όλοι εκτός από την χελώνα. Το βλέπουν αυτό οι κριτές και λένε στην τίγρη:

-Το ανέκδοτο σου ήταν καταπληκτικό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα σε σκοτώσουμε, όπως και έγινε.

Μετά η μαϊμού τους λέει ένα καταπληκτικό ανέκδοτο και ξεραίνονται όλοι στα γέλια, εκτός πάλι από τη μαϊμού που δεν μιλά καθόλου. Το βλέπουν αυτό οι κριτές και λένε στην μαϊμού:

-Το ανέκδοτο σου ήταν φοβερό, αλλά επειδή δεν γέλασε η χελώνα θα αναγκαστούμε να σε σκοτώσουμε, όπως και έγινε.

Μετά ήρθε η σειρά του βουβαλιού και ένα τόσο ηλίθιο ανέκδοτο που κανείς δεν γέλασε εκτός από τη χελώνα, που κόντευε να βγει από το καβούκι της από τα γέλια. Το παρατηρούν οι κριτές και γεμάτοι περιέργεια τη ρωτάνε:

-Πες μας χελώνα, που βρήκες το αστείο σε αυτό το ηλίθιο ανέκδοτο και γελάς έτσι;

-Απλά, θυμήθηκα το ανέκδοτο της τίγρης. 

  

73)Ένας τύπος μπαίνει σε ένα ιατρείο και κάθεται στον καναπέ δίπλα σε μια γριούλα. Η γριούλα είχε όρεξη για κουβέντα:

-Εγώ ήρθα για να δώσω αίμα και κάθε φορά που έρχομαι μου δίνουν 7000 δραχμές και αντέχω να έρχομαι κάθε δυο ή τρεις εβδομάδες και με τα λεφτά ψωνίζω ρούχα και παιχνίδια στα εγγόνια μου και επιπλέον μου κάνει καλό και στην υγεία μου, αλλά μακάρι να μπορούσα να πάρω περισσότερα λεφτά. Και εσείς για να δώσετε αίμα ήρθατε;

Ο τύπος βαρέθηκε την πολυλογία της και σκέφτηκε ότι άμα της απαντήσει ίσως την ξεφορτωθεί.

-Όχι δεν ήρθα να δώσω αίμα.

Η γριούλα όμως ήταν περίεργη:

-Και τι ήρθατε να κάνετε εδώ;

Τσατίζεται ο τύπος και αποφασίζει να της τα πει όλα μπας και τον αφήσει ήσυχο.

-Ήρθα εδώ για να δώσω σπέρμα και κάθε φορά μου δίνουν 26000 δραχμές και αντέχω να έρχομαι και κάθε μέρα για τόσα λεφτά.

Η γριούλα ακούγοντας τα, κοκκίνισε από ντροπή και δεν ξαναμίλησε.

Μετά από δύο βδομάδες ξανασυναντιούνται η γριούλα μαζί με τον τύπο στο ιατρείο, αλλά η γριούλα είχε φουσκωμένα μάγουλα σαν να είχε κάτι στο στόμα της. Μόλις την βλέπει ο τύπος τη ρωτάει:

-Ήρθατε για να δώσετε αίμα;

Και η γριούλα με τα φουσκωμένα μάγουλα τον κοιτά και του κάνει:

-Μμμ-μμμ-μμμ-μμμ.

 

74)Ένα ζευγάρι που είχε ένα γιο δέκα χρονών, ήθελε να κάνει έρωτα, αλλά δεν ήξεραν πως γιατί ήταν απόγευμα και ο μικρός θα τους καταλάβαινε. Τελικά αποφασίσανε να τον βγάλουν στο μπαλκόνι και να τον βάλουν να περιγράφει τι συμβαίνει στη γειτονιά, για να είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν. Τον βγάζουν έξω και αρχίζει να περιγράφει:

-Η κυρία Φωφώ από απέναντι, απλώνει την μπουγάδα της.

-Ο κύριος Μάκης πλένει το αυτοκίνητο του.

-Ένα περιπολικό διασχίζει το δρόμο. 

-Ο κύριος και η κυρία Αντρεάδη από απέναντι κάνουν σεξ.

Με το που το ακούνε οι γονείς σταματάνε και τον ρωτάνε:

-Και πως το συμπεραίνεις αυτό;

-Είναι και το δικό τους παιδάκι στο μπαλκόνι, τους απαντά ο μικρός.

 

75)Κάποιος πεθαίνει και πάει στην κόλαση. Ενώ περιμένει τη σειρά του για να περάσει την πύλη της κόλασης, σκέπτεται ότι παρόλο που δεν ήταν άγιος, ωστόσο δεν ήταν τόσο κακός για να πάει στην κόλαση και όλες αυτές οι σκέψεις του έριχναν τελείως στη διάθεση. Φτάνοντας μπροστά στην πύλη τον σταματά ένας διάβολος και πιάνουν τη συζήτηση:

Διαβ.: Γιατί είσαι τόσο λυπημένος;

Άνθρ.: Μα είσαι σοβαρός, αφού πηγαίνω στην κόλαση.

Διαβ.: Κοίτα τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά, γιατί τελευταία έχουμε αλλάξει σύστημα. Δε μου        

          λες, σου αρέσει να πίνεις;

Άνθρ.: Ναι, πίνω που και που.

Διαβ.: Τότε θα λατρέψεις τις Δευτέρες, γιατί κάθε πίνουμε μέχρι να μεθύσουμε. Θα μπορείς να

          πίνεις ρούμι, τεκίλα, ουίσκι, μπύρα και ότι άλλο θες και σε όση ποσότητα θες. Εννοείται ότι  

          όλα είναι τζάμπα. Πες μου, καπνίζεις;

Άνθρ.: Ναι καπνίζω.

Διαβ.: Τότε θα σου αρέσουν οι Τρίτες γιατί η Τρίτη είναι η μέρα του καπνίσματος και στη διάθεση

          σου είναι άπειρα τσιγάρα και πούρα, πρώτης ποιότητας. Επιπλέον Δε χρειάζεται να

          ανησυχείς για καρκίνο, γιατί είσαι ήδη νεκρός. Ναρκωτικά παίρνεις;

Άνθρ.: Όταν ήμουν νέος δοκίμασα μερικές φορές.

Διαβ.: Είμαι σίγουρος ότι θα ξετρελαθείς με τις Τετάρτες, γιατί είναι η ημέρα των ναρκωτικών. Θα 

          μπορείς να δοκιμάζεις, δωρεάν, οποιοδήποτε ναρκωτικό θες, τα οποία μάλιστα είναι τελείως

          καθαρά και ολόφρεσκα. Και όσο για την υγεία σου μην ξεχνάς ότι είσαι ήδη νεκρός. Χαρτιά 

          παίζεις;

Άνθρ.: Σε αυτό έχουμε μια μικρή αδυναμία.

Διαβ.: Τότε θα παρακαλάς κάθε μέρα να είναι Πέμπτη. Κάθε Πέμπτη παίζουμε χαρτιά όλη μέρα,

          και παίζουμε όλα τα παιχνίδια. Μήπως είσαι αδερφή;

Άνθρ.: Όχι, μου αρέσουν μόνο οι γυναίκες.

Διαβ.:  Μάλιστα, νομίζω ότι θα έχεις πρόβλημα τις Παρασκευές...........

  

76)Κάποιος πάει στο σπίτι ενός φίλου του, του χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει η γυναίκα του:

-Είναι μέσα ο Κώστας, την ρωτά;

-Όχι, αλλά δεν θα αργήσει.

-Μπορώ να τον περιμένω;

-Βεβαίως, πέρασε.

Κάθονται στο σαλόνι, του φτιάχνει καφέ και πιάνουν την κουβέντα. Κάποια στιγμή λέει ο τύπος στη γυναίκα του φίλου του:

-Μαρία, έχεις το ωραιότερο στήθος που έχω δει ποτέ μου και θα σου δώσω 20000 δρχ. για να τα

  δω για λίγο.

Η Μαρία αφού σκέφτηκε ότι δεν έχει κάτι να χάσει, ξεκουμπώνει το πουκάμισο της και του τα δείχνει. Αμέσως ο άλλος, σκάει στο τραπέζι 20000δρχ. Μετά από λίγο της ξαναλέει:

-Μαρία, άμα σου δώσω 30000δρχ. θα με αφήσεις να πιάσω για λίγο το υπέροχο σου στήθος;

Η Μαρία σκέφτηκε ότι με 50000δρχ. θα μπορέσει να αγοράσει εκείνο το ωραίο φόρεμα, που ήθελε και δέχτηκε. Ξεκουμπώνει ξανά το πουκάμισο της και για ένα λεπτό, άφηνε τον τύπο να της χαϊδεύει το στήθος. Κρατώντας τον λόγω του, ο τύπος σκάει στο τραπέζι 30000δρχ. και λέει:

-Βλέπω ότι ο Κώστας αργεί και μάλλον θα περάσω το βράδυ.

Φεύγει ο τύπος και μετά από μισή ώρα έρχεται ο Κώστας και η γυναίκα του, του λέει:

-Πέρασε ο Μάκης, γιατί σε ήθελε.

-Μήπως σου άφησε 50000δρχ. που μου χρωστάει;

 

77)Ένας παπάς και μια μοναχή γυρίζουν από ένα μοναστήρι, αλλά το αυτοκίνητο τους χαλά και πρέπει να περάσουν τη νύχτα τους σε ένα ξενοδοχείο. Επειδή όμως στην πόλη είχε γιορτή, υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο σε ένα μόνο ξενοδοχείο.

Παπάς: Δεν νομίζω ο Κύριος κάτω από αυτές τις συνθήκες να έχει πρόβλημα να κοιμηθούμε στο

             ίδιο δωμάτιο, άλλωστε εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ και εσύ στο κρεβάτι.

Μοναχή: Μάλλον συμφωνώ.

Πάνε στο δωμάτιο και ξαπλώνουν να κοιμηθούν, ο παπάς στον καναπέ και η μοναχή στο κρεβάτι. Η μοναχή όμως νιώθοντας στο ίδιο δωμάτιο με έναν άντρα, «κολάστηκε». Σκέφτηκε λοιπόν ένα τρόπο για να τον φέρει με τρόπο κοντά της και λέει στον παπά:

-Παπά, κρυώνω πολύ.

-Εντάξει θα σου φέρω μια κουβέρτα, όπως και κάνει.

Μετά από λίγο:

-Παπά μου, συνεχίζω να κρυώνω, πολύ.

-Εντάξει θα σου φέρω άλλη μια κουβέρτα, όπως και κάνει.

Η μοναχή επέμενε:

-Παπά μου, συνεχίζω να κρυώνω. Νομίζω ο Κύριος κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα είχε

 πρόβλημα να συμπεριφερθούμε μια βραδιά σαν αντρόγυνο.

-Τώρα που το λες δεν έχεις άδικο. Σήκω, μωρή και πάρε μια κουβέρτα αφού κρυώνεις...

 

78)Μια όμορφη γυναίκα μπαίνει σε ένα μαγαζί που πουλάνε ζωάκια. Μόλις ήρθε ο πωλητής του είπε ότι επειδή χώρισε πρόσφατα, έψαχνε ένα σκυλάκι για παρέα. Ο πωλητής της απαντά:

-Δεν ξέρω αν προσέξατε αλλά η ταμπέλα από έξω, έγραφε «ΕΞΩΤΙΚΑ ΖΩΑ», οπότε δυστυχώς

  δεν έχουμε σκυλάκια, αλλά έχω κάτι τέλειο για την περίπτωση σας και τις δείχνει ένα τεράστιο

  βάτραχο.

Η γυναίκα άρχισε να οδύρεται :

-Δεν πιστεύω να νομίζετε, ότι θα έχω για παρέα ένα βρωμοβάτραχο..

Ο πωλητής προσέχοντας μην τον ακούει κάποιος, της λέει ψιθυριστά:

-Αυτός ο βάτραχος, ήρθε από τον Αμαζόνιο και είναι ειδικά εκπαιδευμένος να «ικανοποιεί» μοναχικές γυναίκες, καταλάβατε;

Με το που ακούει η γυναίκα σκάει αμέσως ένα χαμόγελο και λέει βιαστικά στον πωλητή :

-Θα τον αγοράσω και δεν ενδιαφέρει πόσο ακριβός είναι, μόνο πείτε μου πως θα καταλάβει ότι πρέπει να κάνει «αυτά που πρέπει».

-Είναι απλό, γδυθείτε και ξαπλώστε δίπλα του στο κρεβάτι και θα καταλάβει. Άμα όμως υπάρχει πρόβλημα, απλά πάρτε με τηλέφωνο.

Το παίρνει η γυναίκα περιχαρής και πάει σπίτι. Βάζει τον βάτραχο πάνω στο κρεβάτι, γδύνεται και αυτή και ξαπλώνει δίπλα του και ενώ περιμένει να πιάσει «δουλειά», ο βάτραχος δεν κουνιέται καν. «Θα θέλει σπρώξιμο ίσως», σκέφτεται και τον παίρνει και τον βάζει πάνω στο όργανο της, αλλά ο βάτραχος πάλι τίποτα. Δοκιμάζει διάφορες στάσεις και τακτικές αλλά ο βάτραχος πέρα βρέχει. Τρέχει και παίρνει τηλέφωνο τον πωλητή:

-Ο βάτραχος σας δεν κάνει τίποτα.

-Παράξενο, τον «σπρώξατε» λίγο;

-Τον «έσπρωξα» πολύ αλλά τίποτα.

-Πολύ παράξενο, περιμένετε και σε λίγο θα είμαι εκεί.

Όντως, μετά από λίγο φτάνει ο πωλητής και ζητά από την γυναίκα να ξαπλώσει γυμνή δίπλα στον βάτραχο, για δει και αυτός τι τρέχει. Ξαπλώνει η γυναίκα, αλλά τίποτα. Τότε ο πωλητής, γδύνεται, ξαπλώνει δίπλα στη γυναίκα και γυρίζει και λέει στο βάτραχο:

-Βάτραχε, δεν είσαι καθόλου εντάξει. Λοιπόν θα στο δείξω τελευταία φορά πως γίνεται......

 

79)Πάει ένας χωρικός στην Αθήνα, μπαίνει σε ένα ταξί και του λέει ο ταξιτζής:

-Που πάμε;

Και ο χωρικός του απαντά:

-Στης αδερφής μου.

 

80)Οι πόντιοι Κωστίκας και Γιωρίκας πάνε εκδρομή στην ζούγκλα. Κάποια στιγμή τους τελειώσανε τα τρόφιμα και πεινούσανε. Για καλή τους τύχη βλέπουν ένα σπιτάκι με φως και αποφασίζουν να πάνε να ζητήσουν βοήθεια. Χτυπάνε την πόρτα και τους ανοίγει μια καρακουκλάρα:

-Παρακαλώ;

-Μήπως μπορείτε να μας φιλοξενήσετε για μια βραδιά, πεινάμε κιόλας;

-Κάνουμε το μήνα του μέλιτος με τον άντρα μου αλλά μπορείτε να μείνετε στο άλλο δωμάτιο και για φαγητό έχουμε φακές, περάστε.

Μπαίνουν μέσα, συστήνονται, τους δείχνει το δωμάτιο αλλά ενώ τους έβαζε φαγητό, της λένε:

-Καλύτερα θα πάμε για ύπνο, γιατί είμαστε πολλοί κουρασμένοι.

Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ο Κωστίκας ξυπνά τον Γιωρίκα και του λέει:

-Γιωρίκα πεινάω, πάω να φάω λίγες φακές.

-Καλώς και όταν έρχεσαι φέρε μου και εμένα μια κουταλιά, του απαντά.

Πάει ο Κωστίκας τρώει και παίρνει και μια κουταλιά για τον Γιωρίκα, όμως μέσα στο σκοτάδι χάνει το δρόμο και πάει και μπαίνει στο δωμάτιο του ζευγαριού που εκείνη την ώρα έκανε έρωτα. Νομίζοντας ότι ο άντρας είναι ο Γιωρίκας πάει και βάζει το κουτάλι στον πισινό του άντρα (νόμιζε ότι ήταν το στόμα του). Εκείνη τη στιγμή ο άντρας αφήνει μια κλανιά και ο Κωστίκας αρχίζει να φωνάζει:

-ΤΙ ΦΥΣΑΣ ΡΕ ΗΛΙΘΙΕ, ΚΡΥΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΑΚΕΣ !!!!!

 

81)Ήταν ένα ζευγάρι και ο άντρας είχε το εξής πρόβλημα, τελείωνε το πολύ σε 6 δευτερόλεπτα όταν έκανε σεξ. Μια μέρα πάνε στον ζωολογικό κήπο εκδρομή. Φτάνουν στον ελέφαντα και λέει ο ξεναγός:

-Ο ελέφαντας είναι πολύ μεγάλο ζώο, ζει..........,είναι πολύ σεξουαλικό ζώο και η ερωτική του πράξη μπορεί να διαρκέσει ως και 24 ώρες.

Το ακούει λοιπόν η γυναίκα, σκουντάει τον άντρα της και του λέει:

-Τα βλέπεις, τα βλέπεις....

Μετά πάνε στο βουβάλι, αρχίζει πάλι ο ξεναγός:

-Το βουβάλι είναι και  αυτό ένα μεγάλο ζώο ,ζει.........,είναι και αυτό ένα πολύ σεξουαλικό ζώο και η ερωτική πράξη διαρκεί ως και 8 ώρες.

Το ακούει λοιπόν η γυναίκα, σκουντάει τον άντρα της και του λέει:

-Τα βλέπεις, τα βλέπεις....

Σε κάθε ζώο που πήγαιναν η γυναίκα έκανε την ίδια σκηνή και ο άντρας είχα αρχίσει να νευριάζει. Φτάνουν και στο ελάφι και αρχίζει ο ξεναγός:

-Το ελάφι είναι ένα ζώο χορτοφάγο που ζει.......,έχει πολύ έντονη ερωτική ζωή και η ερωτική πράξη διαρκεί το πολύ τέσσερα δευτερόλεπτα. Με το που το ακούει ο άντρας γυρίζει προς τη γυναίκα και της ρίχνει μια ειρωνική ματιά. Αυτή το βλέπει και σαν να μη συμβαίνει τίποτα του λέει:

-Τα κέρατα τα βλέπεις;

 

82)Κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου σηκώνεται ο Χρηστός και λέει στους μαθητές του:

-Θα πάρω μια κανάτα με κρασί και θα βάζω στον καθένα και θα πίνουμε μαζί. Σε όποιον δεν βάλω

 αυτός θα με προδώσει.

Ξεκινά να βάζει σε όλους με τη σειρά και να πίνει μαζί τους. Λίγο πριν φτάσει στον Ιούδα, γυρίζει ο Ιούδας και λέει σε έναν άλλο μαθητή που ήταν δίπλα του:

-Να δεις που θα μεθύσει με το κρασί και πάλι εμένα θα μπλέξει.

 

83)Δυο ερωτευμένα ψάρια λένε το ένα στο άλλο:

-Με αγαπάς;

-Ναι, πάρα πολύ.

-Ωραία γιατί αλλιώς θα πέσω στη στεριά.

 

84)Ένας πόντιος βρίσκει στο δρόμο μια καλόγρια και αρχίζει να την χτυπάει. Ρις σπάει τα κοκάλα, τα πλευρά και στο τέλος την πετά από μια γέφυρα, λέγοντας:

-Μπάτμαν, σε περίμένα πιο σκληρό άντρα.

 

85)Ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, τρεις φίλοι, δύο πλούσιοι και ένας φτωχός, συζητούν τι δώρα θα κάνουν στις γυναίκες τους. Λέει ο πρώτος πλούσιος:

-Εγώ της πήρα δυο BMW, μια μαύρη και μία άσπρη.

-Καλά και γιατί δύο, τον ρωτάνε οι άλλοι;

-Άμα δεν της αρέσει η μια, να έχει την άλλη.

Μετά μιλά ο δεύτερος πλούσιος:

-Εγώ της πήρα δυο γούνες, μια καφέ και μια μαύρη, άμα δεν της αρέσει η μια να βάζει την άλλη.

Μετά ρωτάνε και το φτωχό τι πήρε.

-Εγώ της πήρα ένα ζευγάρι παντόφλες και ένα δονητή.

-Καλά και γιατί διάλεξες τέτοια δώρα;

-Άμα δεν της αρέσουν οι παντόφλες να πάει να γαμηθεί.

 

86)Ένας έμπειρος κυνηγός είχε πάρει το φίλο του να πάνε να κυνηγήσουν πιθήκους στη ζούγκλα. Είχε το όπλο στον ώμο, είχε πάρει και το σκύλο και προχωρούσαν. Σε μια στιγμή βλέπουν ένα πίθηκο πάνω σε ένα δέντρο. Τρέχει ο κυνηγός, πιάνει τον κορμό του δέντρου, τον κουνάει γερά, πέφτει κάτω ο πίθηκος, τον βουτάει ο σκύλος, τον βάζει κάτω και το πεθαίνει στο γαμήσι. Ο φίλος που ήταν μαζί του τρελάθηκε. Παρακάτω σε άλλο δέντρο, ήταν τρεις πίθηκοι. Πάλι κουνά το δέντρο ο κυνηγός, πάλι πέφτουν οι πίθηκοι, τους γαμάει ο σκύλος, τέζα οι πίθηκοι. Ο φίλος του τρελάθηκε και λέει του κυνηγού:

-Καλά ο σκύλος σου είναι φοβερός, αλλά αφού τους σκοτώνεις έτσι, το όπλο τι το θες;

-Άσε μπορεί να χρειαστεί αργότερα.

Ποιο κάτω βρίσκουν ένα δέντρο πήχτρα στους πιθήκους. Κουνάει ο κυνηγός, αλλά δεν πέφτει τίποτα. Ξανακουνά, αλλά τίποτα. Γυρίζει τότε προς τον φίλο του, του δίνει το όπλο και του λέει:

-Κράτα λίγο, εγώ θα ανέβω να κουνήσω κανένα κλαδί, άμα πέσω σκότωσε αμέσως τον σκύλο.

 

87)Η μητέρα είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει βραδινό, οπότε μπαίνει μέσα η μικρή της κόρη και τη ρωτά:

-Μαμά, πως γεννιούνται τα μωρά;

-Κοίτα κόρη μου, η μαμά και ο μπαμπάς αγαπιούνται και παντρεύονται. Ένα βράδυ πάνε στην κρεβατοκάμαρα, φιλιούνται και κάνουν σεξ (Η κόρη την κοιτούσε σαν να μην καταλάβαινε). Αυτό σημαίνει ότι ο μπαμπάς βάζει το πουλί του στον κόλπο της μαμάς και έτσι γίνονται τα μωρά.

-Τώρα κατάλαβα, αλλά την άλλη νύχτα που ήρθα στο δωμάτιο σας, είχες το πουλί του μπαμπά στο στόμα σου, τι κερδίζεις τότε;

-Κοσμήματα, μωρό μου.

 

89)Δυο καλόγριες περπατάνε αργά τη νύχτα σε ένα σκοτεινό σοκάκι. Ξαφνικά πετάγονται μπροστά τους δυο τύποι, τις βάζουν κάτω και αρχίζουν να τις βιάζουν. Η πρώτη καλόγρια σηκώνει το κεφάλι της και λέει:

-Πατέρα, συγχώρα τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν.

Τότε σηκώνει το κεφάλι της η δεύτερη καλόγρια και λέει:

Ο δικός μου ξέρει και μάλιστα πολύ καλά.

 

90)Ένα ζευγάρι είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα γιατί ο μισθός του άντρα δεν έφτανε για να ζήσουν. Με τα πολλά αποφασίζουν ότι η μόνη λύση είναι να κάνει η γυναίκα την πόρνη. Το πρόβλημα είναι άσχετη με αυτά (χρήματα, ψάρεμα, στέκια), όποτε συμφωνούνε να πηγαίνει και ο άντρας μαζί, μήπως έχει πρόβλημα και θα παρκάρει το αυτοκίνητο του λίγα μέτρα παραπέρα. Πάνε σε ένα στέκι, παρκάρει ο άντρας σε ένα σοκάκι και η γυναίκα παίρνει το ανάλογο ύφος και περιμένει πελάτη. Κάποια στιγμή έρχεται κάποιος και τη ρωτά:

-Γεια σου κούκλα, πόσο πάει;

-Τυχαίνει να μην ξέρω, μπορείς να περιμένεις μισό λεπτό;

Τρέχει η γυναίκα πίσω στον άντρα της και τον ρωτά πόσο είναι η ταρίφα και εκείνος της απαντά έξι χιλιάδες. Γυρίζει πίσω στον πελάτη και του λέει το ποσό. Την ρωτά ο πελάτης:

-Και τι προσφέρεις για αυτό το ποσό;

-Μπορείς να περιμένεις πάλι για λίγο;         

Τρέχει πάλι πίσω στον άντρα της και τον ρωτά.

-Το κανονικό για μια φορά, της απαντά.

Πάει πίσω στον πελάτη και του το λέει. Κοιτάει ο πελάτης το πορτοφόλι του και δυστυχώς για αυτόν έχει μόνο δυο χιλιάδες .

-Δυστυχώς έχω μόνο δύο χιλιάδες, τι μπορώ να έχω με αυτά;

-Μισό λεπτάκι θα κάνω, περίμενε έτσι.

Πάει πάλι στον άντρα της και του λέει το πρόβλημα. Αφού σκέφτεται για λίγο της απαντά ότι φτάνουν για μια μαλακία. Τρέχει αυτή πίσω και το λέει του πελάτη και αυτός συμφωνεί. Μόλις όμως του ξεκουμπώνει το φερμουάρ Βγαίνει ένα πουλί κοντά στους 35 πόντους. Μόλις το βλέπει η γυναίκα τρέχει πίσω στον άντρα της και της λέει:

-Γίνεται να του δανείσουμε τέσσερις χιλιάδες ;;;;;

 

91)Είναι δυο αγελάδες και λέει η μια στην άλλη:

-Μουουουουουουου

-Από το στόμα μου το πήρες, της απαντά η άλλη.   

 

93)-Γιατί οι αγελάδες δεν πετάνε ;

-Φαντάζεσαι τι κουτσουλιές θα ρίχνανε ;

 

94)-Γιατί το Ωνάσειο ονομάστηκε και πυραμίδα;

-Γιατί είχε μια μούμια μέσα..... (Αντρέας Παπαντρέου)

 

95)Είναι ο Άγιος Πέτρος στην πόρτα του παραδείσου και ξαφνικά του εμφανίζεται ο (συχωρεμένος πλέον) Αντρέας Παπαντρέου και του λέει:

-Μήπως με έχετε στη λίστα, να μπω μέσα;

Μόλις πάει να του απαντήσει, εξαφανίζεται ο Παπαντρέου. Μετά από δυο λεπτά εμφανίζεται πάλι και τον ξαναρωτά αν είναι στη λίστα. Λέει ο Άγιος Πέτρος:

-Ναι είσαι, μπορείς να περάσεις.

Δεν προλαβαίνει να το πει και ο Παπαντρέου εξαφανίζεται. Μετά από δυο λεπτά εμφανίζεται πάλι και λέει:

-Τελικά με έχετε στη λίστα σας;

-Ναι αλλά γιατί εξαφανίζεσαι συνεχώς;

-Εγώ φταίω ή ο μαλάκας που παίζει με την μπρίζα.

 

96)-Γιατί στο Ωνάσειο, στο δωμάτιο του Παπαντρέου, δεν μπορούμε να συνδέσουμε ούτε μια τηλεόραση;

-Γιατί δεν υπάρχει μπρίζα ελεύθερη.....

 

97)Σε μια πολυκατοικία μένουν σε διπλανά διαμερίσματα ένας οικοδόμος και ένας βιολιτζής. Κάποιο βράδυ γύρω στις τρεις ακούει ο οικοδόμος τον βιολιτζή να παίζει. Σηκώνεται, πάει του χτυπά το κουδούνι για παράπονα.

-Σε παρακαλώ κάνε ησυχία γιατί πρέπει αύριο να ξυπνήσω στις έξι για να πάω στη δουλειά. 

-Ξέρεις, αύριο έχω μια πολύ σημαντική συναυλία και κάνω μια τελευταία πρόβα και θα σε παρακαλούσα να με ανεχτείς.

Στραβώνει τα μούτρα του ο οικοδόμος και φεύγει, ενώ ο βιολιτζής συνεχίζει να παίζει.

Το επόμενο βράδυ, πάλι τα άγρια χαράματα, ακούει ο οικοδόμος τον βιολιτζή να παίζει. Τρέχει και του χτυπάει.

-Τι θα γίνει, θέλω να κοιμηθώ.

-Ξέρεις ο μαέστρος έχασε το αεροπλάνο και η συναυλία αναβλήθηκε για αύριο και κάνω μια τελευταία πρόβα. Σου υπόσχομαι πως αύριο δεν θα ακούσεις τίποτα.

Αμολάει μια φονική ματιά ο οικοδόμος και φεύγει. Το επόμενο βράδυ πάλι τα ίδια. Πάει πάλι ο οικοδόμος και χτυπά του βιολιτζή. 

-Εχτές και προχτές έκανα την πάπια, αλλά απόψε θέλω να κοιμηθώ.

-Σε παρακαλώ πρέπει να με ανεχτείς για μια τελευταία βραδιά γιατί σήμερα έβρεξε και μπήκανε νερά στην αίθουσα και αναβλήθηκε η συναυλία για αύριο. Αύριο πάντως δεν θα χρειάζεται να κάνω πρόβα και έτσι θα κοιμηθείς.

Αφήνει ο οικοδόμος ένα επιφώνημα οργής και φεύγει ενώ ο βιολιτζής συνεχίζει. Το επόμενο βράδυ ο βιολιτζής πάλι παίζει βιολί, αλλά παράλληλα σκέφτεται τι να πει στον οικοδόμο. Βλέπει όμως ότι η ώρα περνά και ο οικοδόμος δεν έρχεται και αποφασίζει να πάει να δει τι γίνεται. Φτάνοντας βλέπει ότι η πόρτα του οικοδόμου να είναι λίγο ανοιχτή και την σπρώχνει. Μπαίνει μέσα και βλέπει τον οικοδόμο να αυνανίζεται.

-Τι κάνεις εκεί, τον ρωτά ο βιολιτζής;

-Κάνω τελευταία πρόβα, αύριο θα σε γαμήσω.

 

98)Είναι Χριστούγεννα και οι σκουπιδιάρηδες πάνε από σπίτι σε σπίτι για το καθιερωμένο δώρο. Στο σκουπιδιάρικο είναι δυο σκουπιδιάρηδες και ένας οδηγός. Πηγαίνει ο πρώτος σκουπιδιάρης σε ένα σπίτι, χτυπά το κουδούνι και του ανοίγει μια ωραία ξανθιά.

-Καλημέρα σας, είμαι από το δήμο και ήρθα για το δώρο.

Τον αρπά η γκόμενα, τον βάζει μέσα, τον ρίχνει κάτω και τον ξεσκίζει στο σεξ. Κατεβαίνει κάτω και το λέει στους άλλους. Μόλις το ακούει ο δεύτερος σκουπιδιάρης τρέχει απάνω, χτυπά το κουδούνι και λέει:

-Καλημέρα σας, είμαι από το δήμο και ήρθα για το δώρο.

Το αρπάζει και αυτόν και του αλλάζει τα φώτα. Κατεβαίνει κάτω και το λέει στους άλλους. Ο οδηγός δεν κρατιέται πλέον και τρέχει πάνω. Χτυπά το κουδούνι, του ανοίγει η ξανθιά και της λέει:

-Καλημέρα σας, είμαι σκουπιδιάρης και ήρθα για το δώρο.

Πάει αυτή και του φέρνει ένα χιλιάρικο. Μόλις το βλέπει ο οδηγός μένει έκπληκτος.

-Συγνώμη γιατί εμένα μου δώσατε ένα χιλιάρικο και τους άλλους τους ξεσκίσατε;

-Άκου να σου πω, εγώ ακολουθώ αυτά που μου λέει ο άντρας μου και το πρωί μου είπε «άμα έρθουν οι σκουπιδιάρηδες, δώστους ένα χιλιάρικο και τους άλλους γάμα τους».      

 

99)Σε ένα οφθαλμολογικό συνέδριο ο αμερικάνος γιατρός καυχιέται πως μπορεί να γιατρέψει ένα τυφλό σε οχτώ λεπτά με εγχείρηση λέιζερ. Του φέρνουν ένα τυφλό και πράγματι σε οχτώ λεπτά ο άνθρωπος βλέπει. Μετά λέει ο Γιαπωνέζος ότι μπορεί να θεραπεύσει τυφλό σε τέσσερα λεπτά. Του φέρνουν ένα τυφλό και ο Γιαπωνέζος του βάζει δυο τσιπ στα μάτια και σε τέσσερα λεπτά ο τυφλός βλέπει. Μετά πετάγεται ο Έλληνας και τους λέει:

-Εγώ μπορώ να το κάνω σε ένα λεπτό αρκεί ο τυφλός να είναι Έλληνας.

Παραξενεύονται οι υπόλοιποι, αλλά του φέρνουν ένα Έλληνα τυφλό. Ο επιστήμονας τον βάζει να γονατίσει. Μετά βγάζει έξω τα γεννητικά του όργανα και τα πηγαίνει ένα εκατοστό από τη μύτη του τυφλού.

-Τώρα βλέπεις, τον ρωτά.

-ΑΡΧΙΔΙΑ ΒΛΕΠΩ, του απαντά.

Όλη η αίθουσα ξεσπά σε θερμά χειροκροτήματα.

 

100)Τρεις μοναχοί είναι ένα βήμα πριν χριστούν διάκονοι και ο αρχιδιάκονος τους λέει ότι πρέπει να περάσουν ένα τελευταίο τεστ. Τους βάζει σε ένα δωμάτιο τους βάζει να γδυθούν και τους κρεμάει στο πουλί τους ένα κουδουνάκι. Οι μοναχοί μένουν έκπληκτοι αλλά δεν μιλούν. Ανοίγει την πόρτα ο αρχιδιάκονος και μέσα μπαίνει μια πανέμορφη κοπέλα φορώντας κάτι πολύ σέξι ρούχα, η οποία αρχίζει να χορεύει αισθησιακά μπροστά από τον πρώτο μοναχό.

-Τιν-τιν-τιν, ακούγεται το κουδουνάκι του.       

-Αδερφέ Γεώργιε δεν το περίμενα από εσένα, πήγαινε να κάνεις ένα κρύο ντους και να προσευχηθείς για την αδυναμία σου να αντισταθείς στον πειρασμό.

Μετά η γυναίκα πάεί μπροστά στον δεύτερο μοναχό και αρχίζει να κάνει στριπτήζ, βγάζοντας τα ρούχα της.

-Τιν-τιν-τιν, ακούγεται το κουδουνάκι του.       

-Αδερφέ Ιωάννη, δεν μπόρεσες να αντισταθείς στον πειρασμό, γι΄αυτό πήγαινε και εσύ να κάνεις ένα παγωμένο ντους και να προσευχηθείς για συγχώρεση.

Μετά η γυναίκα πάει στον τελευταίο μοναχό και κάνει τα ίδια. Καμία ανταπόκριση. Αυτή γδύνεται τελείως και αρχίζει να τρίβεται πάνω του αλλά από τον μοναχό καμία ανταπόκριση. Τελικά η γυναίκα κουράζεται και φεύγει.

-Αδερφέ Κώστα μπράβο σου, μόνο τώρα κατάλαβα την αληθινή δύναμη της ψυχής σου. Τώρα πήγαινε και  εσύ στα ντους μαζί με τους άλλους μοναχούς.

- Τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν-τιν, ακούγεται έντονα το κουδουνάκι του.

 

101)Είναι ένας βασιλιάς που έχει ένα γάιδαρο τον οποίο αγαπάει πολύ, ο οποίος είναι πολύ λυπημένος  και ο βασιλιάς κάνει διαγωνισμό ότι όποιος καταφέρει να κάνει το γάιδαρο να γελάσει, θα του δώσει το μισό του βασίλειο. Κανείς δεν τα καταφέρνει μέχρι που έρχεται κάποιος, λέει κάτι στο αυτί του γαϊδάρου και αρχίζει να γελά. Όμως ο γάιδαρος δεν σταματά να γελά για δυο εβδομάδες μέχρι που ο βασιλιάς κάνει άλλο διαγωνισμό για να τον σταματήσουν με έπαθλο την κόρη του. Κανείς δεν τα καταφέρνει μέχρι που έρχεται πάλι ο τύπος, μπαίνει στο στάβλο μόνος με το γάιδαρο και από τότε ο γάιδαρος αρχίζει να κλαίει σαν χήρα. Πιάνει ο βασιλιάς τον τύπο και του λέει:

-Καλά τι έκανες;

-Θυμάσαι πριν που τον έκανα να σκάσει στα γέλια;

-Ναι θυμάμαι.

-Του είπα ότι την έχω μεγαλύτερη από αυτόν.

-Και μετά που ξανάρχισε να κλαίει τι έκανες;

-Μετά του την έδειξα.

 

102)Κάποια νοικοκυρά αντιμετώπιζε το εξής πρόβλημα: Κάθε φορά που περνούσε το τρένο έπεφτε κάτω η ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας. Αυτό γινόταν συνεχώς και αποφασίζει να φέρει ένα μαραγκό. Έρχεται λοιπόν ο τύπος, του εξηγεί το πρόβλημα και πιάνει και στερεώνει την ντουλάπα στο πάτωμα. Ενώ ετοιμαζόταν να φύγει, περνά το τρένο, και πέφτει πάλι η ντουλάπα. «Τι στο καλό, δεν θα την στερέωσα καλά» και πιάνει και στη στηρίζει και στον τοίχο. Μόλις όμως περνά το τρένο, πάλι η ντουλάπα βρίσκεται να ξαπλώνει στο πάτωμα. Μετά από πολλές προσπάθειες (στηρίγματα, κόλλες, σχοινιά, κλπ), αποτέλεσμα δεν υπάρχει, μόλις περνά το τρένο η ντουλάπα πέφτει. Τσατισμένος λέει:

-Μου έχουνε σπάσει τα νεύρα, θα μπω μέσα και θα περιμένω το τρένο να δω τι γίνεται.

Μπαίνει μέσα και την κλείνει. Δεν περνάνε πέντε λεπτά και μπαίνει ξαφνικά στο σπίτι και στο δωμάτιο ο σωματώδης και πολύ ζηλιάρης νταλικέρης, άντρας της κυρίας, που πάντα υποψιαζόταν ότι η γυναίκα του, του τα «φοράει». Ανοίγει την ντουλάπα να πάρει ένα πουκάμισο και βλέπει τον μαραγκό. Σε έξαλλη κατάσταση του λέει:

-Ρε κάθαρμα, τι κάνεις εκεί μέσα;

Και ο μαραγκός του απαντά:

-Τώρα άμα σου πω ότι περιμένω το τρένο θα με πιστέψεις;

 

103)Ήταν ένα παντρεμένο ζευγάρι που ο άντρας είχε μια κοιλιά σαν τσουβάλι. Μια μέρα τους ήρθε να κάνουν έρωτα μέσα στο μεσημέρι. Μπαίνουν στην κρεβατοκάμαρα και αρχίζουν. Μια από τις στάσεις που βόλευε ήταν να κάθεται η γυναίκα από πάνω και να «χοροπηδάει». Με την πολύ φασαρία όμως ξυπνάνε το εξάχρονο αγοράκι τους, το οποίο μόλις τους είδε φρίκαρε και άρχισε να τρέχει στο σπίτι ουρλιάζοντας. Τρέχει η μάνα του να το συνεφέρει.

-Αγόρι μου, αυτό που είδες δεν είναι κακό, απλά επειδή ο μπαμπάς έχει μεγάλη κοιλιά ανεβαίνω πάνω του και χοροπηδάω για να την ξεφουσκώσω.

Σκέφτεται το παιδάκι και απαντάει:

-Μαμά τζάμπα χοροπηδάς, γιατί όταν λείπεις έρχεται η κυρία Γωγώ από τον τέταρτο, βάζει στο στόμα της το πουλί του μπαμπά και την ξαναφουσκώνει.

 

104)Πάει ένας στη ζούγκλα, τον πιάνουν οι κανίβαλοι και τον βάζουν στο καζάνι. Κάποια στιγμή ο μάγειρας πιάνει την κουτάλα και του βαράει μια στο κεφάλι. Το βλέπει ο αρχηγός αλλά δεν λέει τίποτα. Μετά από λίγο πάλι τα ίδια και το ίδιο σκηνικό γίνεται τελικά αρκετές φορές. Ο αρχηγός δεν κρατιέται και πάει στον μάγειρα και του λέει:

-Μα καλά γιατί βαράς το φαγητό;

-Τον βαράω γιατί κάνει μακροβούτια και τρώει τις πατάτες.

 

105)Δυο κυρίες βρίσκονται στο κομμωτήριο και συζητούν. Σε λίγο έρχεται μια φίλη τους η οποία ήταν πολύ χαρούμενη.

-Γιατί είσαι τόσο χαρούμενη, την ρωτούν οι άλλες;

-Εχτές το βράδυ μόλις ο άντρας μου, ο Γιώργος, βγήκε από το μπάνιο, πάω και

 του πιάνω τα αρχίδια και του λέω «Είναι κρύα, έλα να σου τα ζεστάνω» και 

 μετά με ξέσκισε όλο το βράδυ.

Μετά από μερικές μέρες έρχεται στο κομμωτήριο μια από τις άλλες κυρίες το ίδιο χαρούμενη και λέει τα ίδια πράγματα.

-Εχτές το βράδυ μόλις ο άντρας μου, ο Νίκος, βγήκε από το μπάνιο, πάω και

 του πιάνω τα αρχίδια και του λέω «Είναι κρύα, έλα να σου τα ζεστάνω» και 

 μετά πέρασα όλο το βράδυ ανάσκελα.

Μετά από λίγες μέρες έρχεται στο κομμωτήριο η τρίτη φίλη με μαυρισμένα μάτια και γεμάτη μελανιές.

-Τι έπαθες και είσαι έτσι, την ρωτάνε;

-Άστε, εχτές το βράδυ βγαίνει ο άντρας μου ο Κώστας από το μπάνιο, του

 πιάνω τα αρχίδια και λέω «Κώστα μου γιατί τα αρχίδια σου είναι ζεστά, ενώ του

 Γιώργου και του Νίκου είναι κρύα;».

 

106)Πάει μια πουτάνα σε ένα γιατρό:

-Γιατρέ μου, έχω ένα σοβαρό πρόβλημα, πονάω στη τρύπα του πισινού μου.

-Παρακαλώ γδυθείτε και σκύψτε.

Γδύνεται αυτή και σκύβει και βάζει ο γιατρός το δάχτυλο του στον κώλο της.

-Εδώ πονάτε;

-Όχι, πιο βαθιά.

Βάζει το δάχτυλο του πιο βαθιά.

-Εδώ πονάτε;

-Όχι, πιο βαθιά.

Βάζει όλο το χέρι του μέσα και φτάνει στο στομάχι..

-Εδώ πονάτε;

-Όχι, πιο βαθιά.

Βάζει το χέρι του μέσα, μέχρι τον αγκώνα και φτάνει στα πνευμόνια της.

-Εδώ πονάτε;

-Όχι, πιο βαθιά.

Βάζει το χέρι του μέσα, μέχρι τον ώμο και φτάνει στο λαιμό της.

-Εδώ πονάτε;

-Ναι, του απαντάει.

-Δεν είναι τίποτα, οι αμυγδαλές σας φταίνε.

 

107)Ο Τοτός είναι ο χειρότερος μαθητής της τάξης και σαν να μην έφτανε αυτό έβριζε και πάρα πολύ. Μια μέρα έρχεται σήμα πως την άλλη μέρα θα έρθει στο σχολείο επιθεωρητής και την δασκάλα την πιάνει πανικός τι θα κάνει με τον Τοτό. Μαζεύει όλα τα κοριτσάκια και τους λέει:

-Άμα Αρχίσει αύριο ο Τοτός να βρίζει τότε θα κάνετε ότι ντρέπεστε και θα φύγετε τρέχοντας από την τάξη.

Έρχεται την άλλη μέρα ο επιθεωρητής, αλλά ο Τοτός δεν κάνει τίποτα άλλο από το να κοιτάει από το παράθυρο. Η δασκάλα ευχαριστεί τον θεό για την τύχη της, όμως κάποια στιγμή βλέπει ο επιθεωρητής τον Τοτό και λέει στη δασκάλα:

-Αυτό το  παιδάκι γιατί δεν μιλάει;

-Είναι λίγο καθυστερημένο και καλύτερα να μην του μιλήσετε, του απαντά

 σχεδόν τρέμοντας. 

Όμως ο επιθεωρητής πάει στον Τοτό και τον ρωτά:

-Τι κοιτάς με τόσο ενδιαφέρον;

-Κοιτάω το μπουρδέλο που χτίζεται απέναντι.

Μόλις το ακούν τα κοριτσάκια, το βάζουν στα πόδια. Τις βλέπει ο Τοτός και τους φωνάζει:

-Που πάτε ρε πουτάνες, δεν άνοιξε ακόμα!!!!

 

108)Ο Σημίτης με τον Έβερτ  πάνε σε μια δεξίωση με τις γυναίκες τους, όπου είναι όλος ο καλός κόσμος (πρέσβεις, στρατηγοί, κλπ.). Κάποια στιγμή λέει η γυναίκα του Σημίτη στον άντρα της:

-Μου αρέσουν πολύ τα ποτήρια και θέλω να βουτήξεις ένα.

Τι να κάνει ο Σημίτης το κάνει, παίρνει ένα με τρόπο και το βάζει στην τσέπη του. Το βλέπει όμως η γυναίκα του Έβερτ και ζήλεψε και γυρίζει και λέει στον άντρα της:

-Ο Σημίτης βούτηξε ένα ποτήρι για την γυναίκα του και θέλω και εγώ ένα.

-Μα γυναίκα υπάρχει κόσμος και θα γίνουμε ρεζίλι.

-Δεν με νοιάζει, αν δεν το κάνεις θα φύγω και θα γίνεις ρεζίλι.

Σκέφτεται για λίγο ο Έβερτ, βλέπει πως δεν τον παίρνει, σηκώνεται πάνω και λέει:

-Μπορώ να έχω την προσοχή σας για λίγο. Θα σας κάνω ένα ταχυδακτυλουργι-

 κό κόλπο, θα εξαφανίσω ένα ποτήρι και θα το εμφανίσω αλλού.

Παίρνει ένα ποτήρι το βάζει στην τσέπη του και μετά γυρίζει προς τον Σημίτη και του λέει:

-Κώστα, δες στην τσέπη σου τώρα και θα βρεις ένα ποτήρι. 

1

09)Δυο αυτοκίνητα πάνε το ένα πίσω από το άλλο. Στο πρώτο αυτοκίνητο είναι ένα νεαρό ζευγάρι και στο άλλο είναι ένα ηλικιωμένο. Το νεαρό ζευγάρι μπροστά τσακωνότανε και σε κάποια στιγμή η γυναίκα βγάζει ένα μαχαίρι, του κόβει το πουλί και το πετά από το παράθυρο. Το πουλί λόγω της θέσης των αυτοκινήτων πέφτει πάνω στο τζάμι του αυτοκίνήτου των ηλικιωμένων. Τότε ο γέρος λέει:

-Γυναίκα τι έντομο ήταν αυτό;

-Δεν ξέρω τι έντομο ήταν, αλλά είδες τι μεγάλη ψωλή είχε;

 

110) Η αναπνοή της γκόμενας μυριζει άσχημα και ο συνοδός της βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

-Μήπως έχεις πρόβλημα με τα δόντια σου; τη ρωτάει.

-Όχι, απαντά εκείνη, μόνο μια γέφυρα έχω.

Και ο συνοδός της:

-Μήπως κάτω από την γέφυρα έχει χέσει κανένας ;

 

111) Στο σχολείο του Τοτού η δασκάλα λέει:

-Πείτε μου κάτι που τρώγεται και αρχίζει από λάμδα.

Πετάγεται ο Τοτός :

- Η λάμπα κυρία.

Η δασκάλα βάζοντας τα γέλια του λέει :

-Η λάμπα Τοτέ δεν τρώγεται.

-Τι λέτε κυρία, αφού κάθε βράδυ ο μπαμπάς μου λέει στη μαμά μου "σβήσε την λάμπα και έλα να την φας"

 

112) Ένας τυπάκος είναι μέσα  στο ασανσέρ, όταν στον επόμενο όροφο μπαίνει μέσα μια θεογκόμενα, βγάζει τα ρούχα της και του λέει :

-Θέλω να μου δείξεις πόσο άντρας είσαι.

Εκείνος χωρίς να χάσει λεπτό, βγάζει τα ρούχα του, τα πετά στην μούρη της και της λέει :

- Πάρτα και πλύντα μωρή χαμούρα.

 

113)-Γιατί ένας πενηντάρης ιδρώνει μεταξύ δυο πηδημάτων ;

-Γιατί μεσολαβεί καλοκαίρι.

114)Η ξανθιά λέει στον άντρα της:

-Αγάπη μου κάτι νοιώθω στον κόλπο μου, δεν βάζεις το χέρι σου να δεις τι είναι;

-Δεν νοιώθω τίποτα, λέει ο σύζυγος βάζοντας το δάχτυλο του.

-Ποιο βαθιά, λέει η ξανθιά.

-Τίποτα και πάλι, λέει ο σύζυγος έχοντας βάλει όλα τα δάχτυλα του.

-Λίγο πιο μέσα, λέει η ξανθιά.

Ο σύζυγος βάζει όλο το χέρι του μέσα, το τραβάει έξω και βλέπει ένα ρολόι Rolex περασμένο στο χέρι του. Και η ξανθιά:

-Happy birthday to you...........

 

Μέρος 2ο

 

1.Ο τύπος μπαίνει στο γραφείο του ωτορινολαρυγγολόγου και αρχίζει να...

γδύνεται. "Κύριέ μου", του λέει ο ωριλά, "λάθος έχετε

κάνει. Ο αφροδισιολόγος είναι ακριβώς δίπλα". Απτόητος ο κύριος,

συνεχίζει. "Σας παρακαλώ", λέει ο γιατρός, "εγώ είμαι για τα

αυτιά, τη μύτη, τέτοια πράγματα. Δίπλα ακριβώς είναι ο αφροδισιολόγος!".

Τίποτε ο άλλος. Όχι μόνο γδύνεται, αλλά... αυτό που

δείχνει είναι και σε μαύρο χάλι. Γεμάτο αίματα, πύων, πρησμένο, μια

αηδία σκέτη. "Μα ... σταμάτα", του λέει ο κύριος. "Ξέρω γιατί

έχω έρθει". "Γιατί;" ψελλίζει ο γιατρός. "Άκου", του λέει ο κύριος.

"Είμαι εργένης...". "Μαζί με άλλους επτά εργένηδες", συνεχίζει

ο κύριος, τρώμε μια φορά τη βδομάδα μαζί και μετά παίζουμε ένα

παιχνίδι...". "Παιχνίδι; Τι παιχνίδι;". "Να, σηκωνόμαστε γύρω

από το τραπέζι, ακουμπάμε τα πουλιά μας επάνω, κλείνουμε τα μάτια μας

και με το δεξί του χέρι ο καθένας κρατάμε το παπούτσι

μας...". Ο γιατρός έχει αρχίζει να τα ... παίζει. "Και λοιπόν;" ρωτάει.

"Ε, ο πρώτος που λέει 'ψιτ'", συνεχίζει ο κύριος, "κοπανάει

με το παπούτσι του το πουλί του το πουλί του διπλανού του". Έξαλλος ο

γιατρός, ρωτάει, λοιπόν: "Ε, και τι μπορώ να κάνω

εγώ;". Και ο κύριος. "Να, αυτό το γαμημένο το 'ψιτ' δεν ακούω ποτέ".

 

2. Πάνε για εκτέλεση έναν Άγγλο, ένα Γάλλο και έναν Πόντιο. "Η μόνη

επιθυμία που μπορούμε να σας ικανοποιήσουμε είναι να

διαλέξετε τον τρόπο με τον οποίο θα πεθάνετε. Προτιμάτε ηλεκτρική

καρέκλα ή κρεμάλα;". "Κρεμάλα", λέει τρέμοντας ο Γάλλος.

Τον ανεβάζουν στην γκιλοτίνα και τη στιγμή που το μαχαίρι πρέπει να

φύγει για να του κόψει το κεφάλι, ο μηχανισμός

μπλοκάρει και σταματάει η εκτέλεση. "Θέλημα Θεού", λένε οι εκτελεστές

και του χαρίζουν τη ζωή. "Κρεμάλα θέλω κι εγώ", λέει ο

Άγγλος που αναθάρρησε. Πάλι μπλοκάρει το μαχαίρι και του χαρίζουν κι

αυτού τη ζωή. Και έρχεται η σειρά του Πόντιου: "Εγώ

προτιμώ την ηλεκτρική καρέκλα, γιατί απ' ότι βλέπω αυτό το κωλομηχάνημα

δεν λειτουργεί!".

3.

Η δασκάλα στο σχολείο ζήτησε από τα παιδιά να φέρουν το καθένα από μια

συσκευή για να εξηγήσουν τη λειτουργία της. Η

Αννούλα φέρνει ένα γκαζάκι. "Μπράβο, Αννούλα!", λέει η δασκάλα. Ο

Μπόμπος φέρνει μια φιάλη οξυγόνου. "Μπράβο,

Μπόμπο. Πού τη βρήκες τη φιάλη;", ρωτά η δασκάλα. "Την πήρα από τον

παππού μου, κυρία.",λέει ο Μπόμπος. "Καλά, και τι

σου είπε ο παππούς σου;",ρωτά η δασκάλα. "Τίποτα, κυρία. Έκανε μονάχα:

'Ααααχ'!".

4.

Ο τύπος μόλις έχει πάρει από το ντεντέκτιβ τις φωτογραφίες της γυναίκας

του με τον καλύτερό του φίλο! Στην αρχή

απογοητεύεται, μετά οργίζεται, μετά αποφασίζει να εκδικηθεί. Καλεί,

λοιπόν, τον... έτσι στο μπαρ που πηγαίνουν συνήθως και,

αφού πίνουν κάνα δύο ποτά, τσουπ, του αραδιάζει τις φωτογραφίες στον

πάγκο. "Δεν μου λες", του λέει, "σ' αυτήν εδώ εσύ με τη

γυναίκα μου δεν είστε;". "Ναι", λέει αυτός. "Και σ' αυτήν εδώ εσύ με τη

γυναίκα μου, έξω από το ξενοδοχείο 'Ο Ωραίος

Γαμιστρών', δεν είστε;". "Ναι". "Και σ' αυτήν εδώ εσύ με τη γυναίκα μου

δεν είστε στο δωμάτιο;". "Ναι". "Και εδώ εσείς δεν είστε

γυμνοί στο δωμάτιο;". "Ναι". Ο τύπος έχει αρχίσει να τα παίρνει στο

κρανίο με την ψυχραιμία του άλλου. "Και, δεν μου λες, εδώ

εσείς δεν είστε στο κρεβάτι του δωματίου γυμνοί;". "Ναι". Σχεδόν

τρελαμένος ο τύπος, του αραδιάζει πέντε ακόμα φωτογραφίες

στον πάγκο. "Και εδώ εσύ δεν είσαι με την γυναίκα μου από πάνω; Και εδώ

με την γυναίκα μου από κάτω; Και εδώ σε βιδωτό,

εδώ σε καρεκλάτο, εδώ σε πιγκουινάτο;". "Ναι", συνεχίζει να λέει απλά ο

άλλος. "Τι 'ναι', μωρέ; Μόνο αυτό έχεις να πεις;". "Ε, τι

άλλο θες να σου πω;". "Ξέρω γω; Μόνο αυτό έχεις να πεις γι' αυτές τις

φωτογραφίες;". "Ε, τι άλλο;". "Ο,τι θες!". "Καλά τότε,

εντάξει. Αυτές τις πέντε τελευταίες, μήπως μπορείς να... μου τις βγάλεις

σε μεγέθυνση;".

5.

 Ο τύπος πάει στο γιατρό. "Γιατρέ μου", του λέει , "έχω έναν πόνο που

ξεκινάει από κάτω δεξιά στην κοιλιά και μετά με χτυπάει

στο αριστερό στήθος και τη δεξιά ωμοπλάτη...". Τον κοιτάζει ο γιατρός

και του ανακοινώνει: "Πρέπει να σου κόψω το δεξί χέρι και

το αριστερό πόδι!". Ο τύπος φεύγει έντρομος. Και ο επόμενος γιατρός,

όμως, όμως του λέει το ίδιο. Και ο επόμενος κι ο

μεθεπόμενος, τι να κάνει, πάει στην Αμερική. "Γιατροί", λέει στο

συμβούλιο που τον εξετάζει, "έχω έναν πόνο που ξεκινάει από

κάτω δεξιά στην κοιλιά και μετά με χτυπάει στο αριστερό στήθος και τη

δεξιά ωμοπλάτη...". Τον εξετάζουν και του λένε: "Πρέπει

να σου κόψουμε το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι, αλλιώς θα

πεθάνεις...". Τι να κάνει, κάθεται, του τα κόβουν και επιστρέφει στην

Ελλάδα. Την επομένη, πάει στο ράφτη, να φτιάξει καινούργια κοστούμια.

Όπως τον μετράει ο ράφτης, του λέει λοιπόν: "Δεν μου

λες, τα αρχίδια σου, που τα βάζεις, αριστερά ή δεξιά;". "Ξέρω γω; Όπου

να 'ναι. Γιατί;". Και ο ράφτης: "Γιατί αν είσαι αριστερός

και τα βάζεις δεξιά θα έχεις έναν πόνο που θα ξεκινάει από κάτω δεξιά,

στην κοιλιά...".

 

 

6.

Ο τύπος πάει στο γιατρό διότι τον πονάνε πολύ τα αχαμνά του. Τον

κοιτάζει ο γιατρός και μετά τον ρωτάει για τη σεξουαλική του

ζωή. "Κάνετε έρωτα συχνά;", τον ρωτάει. "Συνέχεια!", λέει αυτός.

"Δηλαδή, πόσο συχνά;". "Να σας πω", αρχίζει αυτός. "Λοιπόν.

Έχουμε και λέμε: πηδάω κάθε μέρα από μια φορά τη γυναίκα μου, από τρεις

φορές τη γραμματέα μου, από μία δύο φορές μια

παντρεμένη που έχουμε στην πολυκατοικία και λείπει συνέχεια ο άντρας της

και τουλάχιστον τέσσερις φορές την ημέρα μια χήρα

στη διπλανή πολυκατοικία. Καλά, γιατρέ, ε; Μιλάμε για ΤΟ κρεβάτι τώρα!

Λοιπόν. Αυτά. Α, όχι. Μισό λεπτό. Ξεχάστηκα. Πέντ' έξι

φορές την εβδομάδα πηδάω κι έναν πούστη που μένει στο διπλανό

τετράγωνο...". Ο γιατρός έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό:

"Κάθε μέρα τα κάνετε όλα αυτά;", ρωτάει. "Μάλιστα. Κάθε μέρα!", λέει ο

τύπος. "Ε, αυτό είναι", λέει άναυδος ο γιατρός. "Τα έχετε

κουράσει τα αρχίδια σας, είναι απλό. Όσο για θεραπεία, προσέξτε με καλά:

κομμένη η παντρεμένη, η χήρα και ο πούστης. Μόνο

τη γυναίκα σας και, άντε, το πολύ πολύ και τη γραμματέα σας στο

εξής...". "Γιατρέ", λέει αυτός. "Εντάξει ο πούστης. Εντάξει και η

παντρεμένη. Αλλά τη χήρα τη γουστάρω πολύ. Σας το είπα! Μπορώ αντί για

τη χήρα να κόψω...την πρωινή μου μαλακία;".

7.

Ένας αράπης το σκάει από τη φυλακή και χάνεται στην έρημο. Περπατάει

μέρες, διψασμένος και νηστικός, ώσπου, σε μια στιγμή,

σκοντάφτει σε κάτι. Κοιτάζει κάτω και βλέπει ένα λυχνάρι! Με το που το

βγάζει από την άμμο και το τρίβει για να το καθαρίσει,

βγαίνει ένα τζίνι και του λέει: "Πες μου τρία πράγματα που θέλεις και θα

σου τα κάνω...". Σκέφτεται λίγο ο αράπης και του λέει:

"Πρώτον, θέλω να γίνω λευκός. Έπειτα, θέλω να τρέχουν συνέχεια πάνω μου

δροσερά νερά. Και τρίτον, θέλω συνέχεια να

βλέπω γυναικείους κώλους και μ...ά". Το τζίνι σκέφτεται κι αυτό λίγο και

μετά τον κάνει... μπιντέ!

8.

Ο τύπος έντρομος πηγαίνει στο γιατρό. "Γιατρέ, κάτι έχουν τα μάτια μου.

Βλέπω διαρκώς ροζ και κίτρινες κηλίδες!". "Έχετε δει

οφθαλμίατρο;", ρωτά ο γιατρός. "Όχι, μόνο ροζ και κίτρινες κηλίδες!".

9.

   Ο τύπος μπαίνει σ' ένα μπαρ, που στον πάγκο του υπάρχει ένας

παπαγάλος. "Όποιος μου πει τι πουλί είναι αυτό, θα κάτσω να

με... πηδήξει!", λέει με σιγουριά στους θαμώνες. Αυτοί βλέπουν τη

σιγουριά του, βλέπουν και τον παπαγάλο, σκέφτονται πως

κάποια παγίδα θα υπάρχει. "Εγώ λέω ότι είναι... σπουργίτι", λέει δειλά

ένας θαμώνας. "Ας το θεωρήσουμε κι αυτό

σωστό",απαντά με αδελφίστικη φωνή ο τύπος!

10.

Ένας φαρμακοποιός διανυκτερεύει και έχει κρατήσει ένα φίλο του να του

κάνει παρέα. Προς το ξημέρωμα αποφασίζει να πάει να

κοιμηθεί και αφήνει το φίλο του στο φαρμακείο. Όταν ξύπνησε το επόμενο

μεσημέρι, παίρνει στο τηλέφωνο με αγωνία το φίλο

του για να μάθει εάν υπήρξε κανένα πρόβλημα. "Όλα πήγαν καλά", λέει ο

φίλος. "Τρεις περιπτώσεις είχα όλες κι όλες και τις

έλυσα με τον καλύτερο τρόπο. Έρχεται ο πρώτος πελάτης μου και μου λέει

ότι έχει πονοκέφαλο. Του δίνω ένα κουτί ασπιρίνες.

Έρχεται ένας δεύτερος και μου λέει ότι τον πεθαίνει το δόντι του. Του

δίνω κι αυτουνού ασπιρίνες και του λέω να πάει στο γιατρό.

Έρχεται και μια θεογκόμενα και μου λέει: 'Αγόρι, δεν σε βλέπω από την

πολύ καύλα'. Ε, αυτηνής της έδωσα ένα κολλύριο.

11.

Η Ιταλίδα μητρομανής έχει συγκλονιστεί από τη μυθολογία για τους Έλληνες

εραστές και όταν φεύγει, στο αεροπλάνο τη ρωτάει

ο διπλανός της: "Πώς σας φάνηκε η Ελλάδα;". "Ήταν καταπληκτική χώρα,

όμως ευχαριστήθηκα όσο δεν έχω ευχαριστηθεί

πουθενά αλλού την πίτσα.", απαντάει εκείνη. "Μα στην Ιταλία έχετε παντού

πίτσες", απορεί ο διπλανός της. "Κι όμως, οι

ελληνικές δεν συγκρίνονται με τις δικές μας", απαντάει η Ιταλίδα. "Και

πού θα πάτε τώρα;", ξαναρωτάει ο κύριος δίπλα της. Και

εκείνη: "Λέω να πεταχτώ μέχρι τη... Βιλγαρία!".

12.

Ο τύπος κάνει βόλτα στο δάσος. Ξαφνικά, βλέπει μπροστά του μια μεγάλη

ταμπέλα: "ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΩΛΟΜΠΑΡΑΣ". Δεν δίνει

σημασία και συνεχίζει τη βόλτα του. Λίγο πιο κάτω βλέπει και πάλι μια

πιο μικρή ταμπέλα που γράφει το ίδιο πράγμα. Κάθε

δέκα, δεκαπέντε μέτρα μια πινακίδα έγραφε το ίδιο πράγμα, αλλά ήταν και

μικρότερη. Ξαφνικά, φτάνει σε μια μικροσκοπική.

Σκύβει να τη διαβάσει, αλλά, φαπ, κάποιος του τον φορά από πίσω. Η

ταμπελίτσα έγραφε: "ΕΜΕΙΣ ΣΑΣ ΕΙΧΑΜΕ

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙ".

13.

Ο τύπος έμεινε χήρος και στην κηδεία της γυναίκας του είναι αξιολύπητος.

Κλαίει και χτυπιέται. "Τι θα κάνω τώρα;", λέει και

ξαναλέει. Ο παπάς τον λυπάται και πάει να τον παρηγορήσει: "Μην κάνεις

έτσι, τέκνον μου. Ο πανδαμάτωρ χρόνος όλα τα

γιατρεύει.", του λέει. "Τι θα κάνω τώρα, πάτερ μου, πείτε μου.", απαντά

αυτός. "Υπομονή να κάνεις, τέκνον μου. Και να το δεις

που ο Θεός θα σε βοηθήσει. Μπορεί αύριο να βρεις μια καλή γυναίκα και να

παρηγορηθείς.", του λέει ο παπάς. Και ο χήρος

απαντά: "Τι να το κάνω το αύριο, πάτερ μου; Σήμερα πώς τη βγάζουνε;".

14.

Λέει ο τύπος στο σπιτονοικοκύρη του: "Λυπάμαι πολύ, κύριε, αλλά δεν θα

μπορέσω να σας πληρώσω αυτό το μήνα το νοίκι.".

"Μα και τον περασμένο μήνα το ίδιο μου είπες...", του απαντά ο

σπιτονοικοκύρης. Και ο τύπος: "Βλέπετε, λοιπόν, ότι ξέρω να

κρατώ το λόγο μου; Γι' αυτό έχετέ μου εμπιστοσύνη!".

15.

Σε μια εταιρεία ζητάνε ένα στέλεχος με γνώσεις κομπιούτερ, οικονομικών,

αγγλικών, γαλλικών και γερμανικών. Καμιά δεκαριά

άτομα περιμένουν στο σαλόνι, καλοντυμένοι, καλοξυρισμένοι. Ανάμεσά τους

και ένας τύπος βρόμικος, αξύριστος με δόντια... αλά

Γεωργίου. Έρχεται η σειρά του. "Ξέρετε άπταιστα και τις τρεις ξένες

γλώσσες που ζητάμε;", τον ρωτούν στη συνέντευξη. "Ούτε

λέξη από καμία", απαντά. "Κομπιούτερ ή οικονομικά ασφαλώς θα ξέρετε",

τον ξαναρωτούν. "Τίποτα", απαντά εκείνος. "Και τότε

γιατί ήρθατε;". "Ήρθα για να σας πω ότι διάβασα την αγγελία, αλλά δεν

πρέπει να υπολογίζετε σε μένα!".

16.

Ο πεθερός λέει στο γαμπρό του, που είναι πολύ διαχυτικός: "Μόλις

αρραβωνιαστήκατε κι έχετε τόσες οικειότητες; Εγώ όταν

αρραβωνιάστηκα την πεθερά σου καθόμουν στη μια άκρη του δωματίου κι αυτή

στην άλλη.". Κι ο αρραβωνιαστικός, κοιτάζοντας

λοξά την πεθερά, απαντά: "Κι εγώ στη θέση σου πατέρα, το ίδιο θα

'κανα!".

17.

Ο ατζαμής οδηγός χτυπάει έναν περαστικό. Βγαίνοντας από το αμάξι του και

βλέποντας ότι το... θύμα δεν έμεινε στον τόπο του

λέει: "Είστε πολύ τυχερός! Σας χτύπησα ακριβώς μπροστά από ένα

ιατρείο.". Κι ο πεζός: "Είμαι λιγότερο τυχερός απ' ότι

νομίζετε. Είμαι ο γιατρός αυτού του ιατρείου!".

18.

Ο κουρέας ρωτά τον πελάτη: "Πώς θέλετε να σας χτενίσω σήμερα, κύριέ

μου;". "Όπως πάντα.", λέει ο πελάτης. "Μα, είναι

αδύνατον. Πριν από μια βδομάδα είχατε τρεις τρίχες κι έκανα τη χωρίστρα

δεξιά, πριν τρεις μέρες είχαν μείνει δύο και σας έκανα

χωρίστρα στη μέση. Όμως σήμερα βλέπω ότι σας έμεινε μόνο μια τρίχα.". Κι

ο πελάτης ατάραχος: "Δεν πειράζει, θα βγω έξω...

αχτένιστος!".

19.

Η μικρή δεν τα πάει καλά με την αριθμητική και η μάνα της αναλαμβάνει να

τη βοηθήσει: "Ας πούμε ότι είσαι μανάβισσα κι εγώ

πελάτισσα. Αγοράζω ένα κιλό πατάτες που κάνουν εκατό δραχμές κι ένα κιλό

ντομάτες που κάνουν διακόσιες το κιλό. Πόσα

πρέπει να σου δώσω;". Κι η μικρή σαστισμένη απαντά: "Δεν πειράζει, με

πληρώνετε αύριο...".

20.

Η μαμά δέρνει τον Μπόμπο. "Για να μάθεις να χτυπάς την αδελφή σου.". "Μα

τραβούσε τα αυτιά του σκύλου", απαντά ο

Μπόμπος. "Τότε θέλει ξύλο κι αυτή", απαντά η μαμά, που κλονίζεται για

την απόφασή της. Κι ο Μπόμπος όλο αυτοπεποίθηση

συμπληρώνει: "Κι όχι μόνο αυτό, αλλά δεν άφησε κι εμένα να τραβήξω τα

αυτιά του σκύλου ενώ ήταν η σειρά μου!".

21.

Ένας ναυαγός φτάνει σε ένα ερημονήσι. Πάνω που είχε απελπιστεί, βλέπει

μια σχεδία να πλησιάζει. Η σχεδία είχε επάνω της

έξι σούπερ γκόμενες, από το ίδιο ναυάγιο. Οι πρώτες βδομάδες πέρασαν

πολύ χαρούμενα. Μάλιστα, έβαλε και πρόγραμμα και

πηδούσε μια κάθε μέρα. Την Κυριακή ξεκουραζόταν. Σιγά σιγά, όμως, οι

δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Εξαντλημένος τελείως,

βλέπει ένα πρωινό μια σχεδία να πλησιάζει. Ο ναυαγός ήταν άντρας και

ο... παλιός ναυαγός πάει να τρελαθεί από τη χαρά του.

Με το που βλέπει ο τύπος με τη σχεδία έξι γυναίκες, λέει μ' αδερφίστικη

φωνή: "Καλέ, σαν πολλές δεν μαζευτήκαμε  εδώ;". Και ο

άντρας: "Ωχ, πάει και η Κυριακή μου"!

22.

Ένας Γάλλος, ένας Αμερικανός και ένας Έλληνας έχουν γίνει στουπί στο

μεθύσι και συζητούν για τις χώρες τους. "Εμείς", λέει ο

Γάλλος, "έχουμε τον Πύργο του Άιφελ, που είναι εννιακόσια μέτρα

ψηλός...". "Σιγά", λέει ο Αμερικανός. "Εμάς το Εμπάιαρ Στέιτ

είναι δυόμισι χιλιόμετρα ύψος...". "Δεν μασάω Χριστό", λέει η Ελληνάρα:

"Εμείς έχουμε έναν τύπο στη Λάρισα που τον έχει

εβδομήντα πόντους!". Οι άλλοι μένουν ξεροί. "Εβδομήντα; Αποκλείεται!".

"Κι όμως. Έτσι είναι", λέει η Ελληνάρα. "Εβδομήντα

πόντους! Αφού τον έδειξε σ' ένα γαϊδούρι και το γαϊδούρι αυτοκτόνησε!".

Το πρωί, όμως, ξεμέθυστοι πλέον και οι τρεις, είναι

πιο... ελαστικοί. "Παιδιά", λέει ο Γάλλος. "Χθες βράδυ σας είπα ένα

ψεματάκι. Ο Πύργος του Άιφελ δεν είναι εννιακόσια μέτρα

ψηλός. Είναι... εφτακόσια...". Ο Αμερικανός, τα αλλάζει κι αυτός: "Και

σε μας", λέει, "το Εμπάιαρ Στέιτ δεν είναι δυόμισι

χιλιόμετρα ψηλό. Είναι... ενάμισι...". Τους κοιτάζει, λοιπόν, καλά καλά

και η Ελληνάρα και λέει: "Για να λέμε την αλήθεια, κι εγώ

σας είπα ένα ψεματάκι παιδιά. Για τον τύπο που τον έχει εβδομήντα

πόντους εννοώ... Ξέρετε... Δεν είναι ακριβώς έτσι. Εννοώ

δηλαδή... δεν είναι από τη Λάρισα, από τα Τρίκαλα είναι"!

 

23.

Ένας τύπος, γνωστός τσιγκούνης, μπαίνει στο καφενείο μπουρινιασμένος.

"Τι έπαθες πάλι;", τον ρωτούν. "Με τέτοια γυναίκα

που έχω, πως να μην έχω πάρει ανάποδες; Όλο λεφτά μου ζητάει!". "Και τι

τα κάνει;". "Ξέρω κι εγώ; Σάμπως της έδωσα

ποτέ;".

24.

Δύο γεωργοί συζητούν: "Αυτή η βροχή είναι ευλογία Θεού. Η γη θα βγάλει

ό,τι κρατά στα σπλάχνα της. Κι ο άλλος έντρομος:

"Αμάν, κάηκα. Το ξέρεις πολύ καλά ότι είμαι τρεις φορές χήρος...".

25.

Δύο φίλοι συναντιούνται μετά από καιρό. "Νίκο", λέει ο ένας. "Γιατί

φοράς πένθος;". "Έχασα τη γυναίκα μου. Πήγε για ιππασία

και την έριξε το άλογο". "Δε μου λες", ξαναρωτάει ο άλλος, "μου το

πουλάς αυτό το άλογο;". "Όχι, γιατί σκέφτομαι να

ξαναπαντρευτώ"!

26.

"Γυναίκα, αποφάσισα να ξενιτευτώ. Εδώ διαβάζω ότι στη Σουηδία το κράτος

πληρώνει με 25.000 δραχμές τη σεξουαλική επαφή

με τις Σουηδέζες, για να χτυπηθεί η υπογεννητικότητα", λέει με κομπασμό

ο σύζυγος. Και η γυναίκα του όλο... κακία, απαντά:

"Να πας, αγάπη μου, και να σε δω πώς θα τη βγάζεις με 25.000 δραχμές το

μήνα στη Σουηδία!".

27.

Στον ΟΑΕΔ δυο άνθρωποι συζητούν. "Δυστυχισμένε, είσαι πολύ καιρό

άνεργος;", ρωτάει ο ένας. "Δυστυχώς, ναι, από τότε που

πέθανε η μάνα μου". "Και πότε πέθανε;", συνεχίζει ο πρώτος. Και ο άλλος:

"Στη γέννα"!

28.

Οι δύο τύποι, χαμένοι στο καζίνο, πιάνουν την κουβέντα. "Πόσες φορές

κάνεις έρωτα με τη γυναίκα σου την εβδομάδα;", ρωτάει

ο ένας. "Έξι". "Και εγώ επτά. Έξι και επτά μας κάνει δεκατρία. Δεν

παίζουμε το δεκατρία να ρεφάρουμε;". Παίζουν λοιπόν το

δεκατρία, αλλά η μπίλια κάθεται στο... μηδέν. "Ρε συ", λέει ο πρώτος,

"άμα λέγαμε την αλήθεια, θα 'χαμε κερδίσει τώρα!".

29.

Ο έξαλλος πελάτης στο σερβιτόρο: "Γκαρσόν, τι ζώο είναι αυτό που πλέει

στη σούπα μου;". "Συγνώμη, κύριε, αλλά αν ήμουν

δυνατός στη ζωολογία, θα γινόμουν κτηνίατρος κι όχι γκαρσόνι!".

30.

Μια νεαρή σύζυγος είναι πραγματική καταστροφή στην κουζίνα. Ένα βράδυ

που ο άνδρας της γυρίζει σπίτι και τη βλέπει να

κλαίει, τη ρωτά: "Τι έγινε, αγάπη μου;". "Να... σου είχα ετοιμάσει ένα

γλυκό, αλλά το έφαγε ο σκύλος", του λέει αυτή, ξεσπώντας

σε λυγμούς. Κι ο σύζυγος: "Έλα τώρα. Πώς κάνεις έτσι; Θα σου πάρω άλλο

σκύλο"!

31.

Ο πελάτης μπαίνει στο κατάστημα οπτικών να αγοράσει γυαλιά. Ξαφνικά μετά

από αρκετή ώρα φοράει ένα ζευγάρι και λέει με

έντονη δυσφορία στον υπάλληλο: "Αυτά τα γυαλιά με κάνουν να μοιάζω με

ηλίθιο". "Φυσικά", απαντά ο υπάλληλος, "αυτά είναι

τα γυαλιά σας! Με αυτά ήρθατε στο μαγαζί!".

32.

Ο Πόντιος πηγαίνει στο αυτόματο μηχάνημα καφέ, ρίχνει το κέρμα του και

πέφτει το φραπεδάκι του. Αμέσως ρίχνει κι άλλο κέρμα

και παίρνει κι άλλο καφέ. Συνεχίζει με τρίτο και τέταρτο. Κάποια στιγμή

ένας περαστικός, που περίμενε να πάρει κι αυτός καφέ,

τον ρωτάει: "Μέχρι πότε θα παίρνεις καφέδες;". Και ο Πόντιος: "Μέχρι να

πάψω να κερδίζω"!

33.

Ο Μπόμπος προσεύχεται μεγαλόφωνα: "Θεούλη μου, σε παρακαλώ, στείλε μου

ένα ποδήλατο στα γενέθλιά μου". "Δεν είναι

ανάγκη να φωνάζεις, ο Θεός δεν είναι κουφός", του λέει η μάνα του. "Το

ξέρω", απαντά ο Μπόμπος, "αλλά η γιαγιά που βλέπει

τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο είναι..."!

34.

Ο πελάτης στο φαρμακείο ζητάει ένα προφυλακτικό, μια ασπιρίνη και ένα

ποτήρι νερό. Ο φαρμακοποιός τον εξυπηρετεί και

έκπληκτος βλέπει ότι ο πελάτης βάζει την ασπιρίνη στο προφυλακτικό, το

γεμίζει νερό και μετά το καταπίνει. "Κύριε, δεν

κατάλαβα τι προσπαθείτε να θεραπεύσετε;", ρωτά ο φαρμακοποιός. Και ο

πελάτης: "Έναν... πούστη πονοκέφαλο"!

35.

"Γιατρέ, σας επισκέπτομαι για εικοστή φορά και κάθε φορά μου δίνετε και

διαφορετικό φάρμακο", λέει ο εξοργισμένος ασθενής

στο γιατρό. Και αυτός του απαντάει: "Υπομονή, φίλε μου. Πού θα πάει.

Κάποια στιγμή θα βρούμε το σωστό"!

36.

Ο τύπος δικάζεται για κατάχρηση, και ο πρόεδρος του λέει: "Είχες

κανένα... συνέταιρο στην επιχείρησή σου;". Και ο

καταχραστής: "Τι λέτε, κύριε πρόεδρε; Συνέταιρο; Μπορείς να βρεις τίμιο

άνθρωπο σήμερα για να τον κάνεις συνέταιρο;"!

37.

Δύο μικροαπατεώνες συναντιούνται στο δρόμο: "Χαρούμενο σε βλέπω. Έκανες

καμιά καλή μπίζνα;", ρωτάει ο ένας. "Μόλις

πήρα δύο επιταγές από την ασφάλεια. Η μια είναι για τη φωτιά και η άλλη

για το χαλάζι", απαντά ο άλλος. "Μπράβο, βρε θηρίο.

Όμως, για πες μου, το χαλάζι πως το έριξες;".

38.

Λέει η δασκάλα σεξολογίας στο σχολείο: "Αυτό είναι το αιδοίο, αυτό είναι

το στήθος, να σας δείξω τώρα πώς γίνεται η συνουσία".

Και ο Μπόμπος: "Κυρία, εμείς που έχουμε γαμήσει μπορούμε να πάμε να

παίξουμε μπάσκετ;".

39.

Δύο τρελοί βλέπουν σ' ένα δέντρο δύο παπαγάλους. Ο ένας είναι κόκκινος

κι ο άλλος πράσινος. Πάει ο ένας από αυτούς να τους

πιάσει και κατεβαίνει κρατώντας τον κόκκινο παπαγάλο. "Μα γιατί δεν

έπιασες και τον πράσινο;", τον ρωτάει ο άλλος τρελός. Κι

ο άλλος, με τον κόκκινο παπαγάλο στο χέρι, του λέει πονηρά: "Τον άφησα

να ωριμάσει!".

40.

Ο Γιωρίκας μέσα στο λεωφορείο έχει καρφωμένα τα μάτια του στον απέναντί

του. Τον κοιτάζει με τρομερή έκπληξη κι αυτός δεν

αντέχει και τον ρωτάει: "Συγνώμη, βλέπετε τίποτα περίεργο;". "Ναι,

μοιάζετε καταπληκτικά με τη Σουμέλα, τη γυναίκα μου. Αν

δεν υπήρχε το μουστάκι θα ήσασταν ολόιδιοι". "Μα, με δουλεύεις, άνθρωπέ

μου, δεν έχω μουστάκι!", λέει ο τύπος. Κι ο Γιωρίκας:

"Εσύ όχι. Έχει όμως η Σουμέλα..."!

41.

Ο νεαρός υπάλληλος μιας μεγάλης εταιρίας συναντά στο ασανσέρ το γενικό

διευθυντή και του λέει: "Είμαι πολύ τυχερός, κύριε!

Πάνω από ένα μήνα προσπαθώ να σας συναντήσω". "Καλά, κλείσε ένα ραντεβού

με τη γραμματέα μου", λέει αδιάφορα ο κύριος

γενικός. Κι ο νεαρός υπάλληλος απαντά: "Το έκανα, κύριε, και πέρασα τρία

υπέροχα Σαββατοκύριακα μαζί της. Αλλά μ' εσάς

θέλω να μιλήσω"!

42.

Πάει ο τύπος σ' ένα ιερέα για να εξομολογηθεί. Του λέει ο ιερέας: "Πες

μου, τέκνον μου, τι αμαρτία πιστεύεις ότι έχεις κάνει;". Ο

τύπος αρχίζει να μιλά: "Πήγα μια μέρα στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς

μου, για να πάμε βόλτα. Αυτή όμως έλειπε. Ήταν εκεί η

μεγάλη της αδελφή. Ε, τώρα, μόνη αυτή στο σπίτι, μόνος εγώ, έγινε το

κακό". "Μα παιδάκι μου, με τη μεγάλη αδελφή της

αρραβωνιαστικιάς σου πήγες να το κάνεις;". "Δεν ήταν μόνο αυτό",

συνεχίζει ο μεταμελημένος τύπος, που συνεχίζει ακάθεκτος,

"την άλλη μέρα που πήγα ήταν εκεί η μικρή της αδελφή. Ε, τώρα, μόνη

αυτή, μόνος εγώ, δεν άργησε να γίνει το... κακό". Ο

πάτερ άκουγε και δεν πίστευε στ' αυτιά του. "Τέκνον μου, είναι βαριά τα

κρίματά σου, αμφιβάλλω αν συγχωρεθούν". Ο τύπος

όμως δεν είχε τελειώσει: "Ξέρετε, πάτερ, κι άλλη μια φορά πήγα σπίτι και

βρήκα μόνη τη μητέρα της. Τι να σας πω. Μόνος εγώ,

μόνη αυτή, έγινε το κακό...". Σε κάποια στιγμή ο τύπος σηκώνει το κεφάλι

του, αλλά ο παπάς έχει γίνει "άφαντος". Τον αναζητεί

και τον βλέπει πίσω από κάτι κουρτίνες. "Γιατί, πάτερ, κρυφτήκατε εκεί

πίσω;", αναρωτιέται ο τύπος. Κι ο παπάς έντρομος: "Δεν

καταλαβαίνεις; Μόνος εγώ, μόνος εσύ, άσε να μη γίνει τίποτα!".

43.

Ο νεαρός πάει στο γιατρό. "Δεν μου λέτε", του λέει. "Η ομοφυλοφιλία

είναι κληρονομική;". "Όχι, γιατί ρωτάς;", λέει ο γιατρός.

"Να", απαντάει, "ο πατέρας μου είναι ομοφυλόφιλος". "Και τι σημασία

έχει;", του λέει ο γιατρός. "Να", συνεχίζει ο νεαρός, "αλλά,

ξέρετε, διαπίστωσα ότι είναι και ο αδερφός μου". "Και λοιπόν;", επιμένει

ο γιατρός. "Ναι, αλλά είναι και οι δύο αδερφοί του

πατέρα μου"... Ο γιατρός αρχίζει να κλονίζεται. "Σοβαρά;", ρωτάει.

"Βέβαια", λέει ο γιατρός. "Κι ο παππούς μου ομοφυλόφιλος

ήταν. Και τα αδέρφια του παππού μου"... Ο γιατρός τα 'χει παίξει: "Μα,

καλά, δεν υπάρχει κανείς στην οικογένειά σου που να

πηγαίνει με γυναίκες;", ρωτάει. "Πώς δεν υπάρχει", λέει ο νεαρός. "Η...

αδερφή μου!".

44.

 Ο ταρίφας κατεβαίνει τη Συγγρού. Ένας τύπος με μια βαλίτσα του κάνει

νόημα. Σταματάει ο ταρίφας και ρωτάει: "Που πας, ρε

μεγάλε;". "Στη Φρανκφούρτη!", λέει αυτός. "Έμπα!", απαντάει ο ταρίφας.

Μετά από... τρεις μέρες και ενώ το κοντέρ έχει γράψει

325.000 δραχμές, φτάνουν στη Φρανκφούρτη. Κατεβαίνει ο τύπος και ο

ταρίφας πάει να φύγει. "Ωραία θα ήταν", λέει από μέσα

του, "να βρίσκαμε τώρα και κανέναν για την επιστροφή, ε;". Εκεί που το

λέει, τσουπ, βλέπει έναν τύπο να του κάνει νόημα! "Πού

πας, ρε γίγαντα;", τον ρωτάει. "Στη... Γλυφάδα", λέει αυτός. "Έμπα",

λέει ο ταρίφας και ξεκινάνε. Πέντε χιλιόμετρα πιο πέρα, ο

ταρίφας βλέπει κι άλλον να του κάνει νόημα. "Να τον πάρουμε, άμα

λάχει;", ρωτάει... τυπικά και -βέβαια- σταματάει έτσι κι

αλλιώς και ρωτάει: "Πού πάμε ρε γίγαντα;". "Στου... Ζωγράφου!", λέει ο

τύπος. Και ο ταρίφας: "Μπα. Εμείς πάμε... παραλία"!

45.

Ο τύπος την πέφτει στο δρόμο σε μια άγνωστη κοπέλα: "Πάμε να σε

ξεσκίσω;". "Στο σπίτι μου ή στο σπίτι σου;", απαντά αυτή.

Και ο τύπος... μπλοκαρισμένος: "Αν είναι να το συζητήσουμε, άσ' το

καλύτερα."!

46.

Ο ευγενέστατος και μορφωμένος καθηγητής της Θεολογίας επισκέπτεται το

σπίτι του περίφημου αρχιμανδρίτη, ο οποίος είναι

ίνδαλμά του. Κοστουμαρισμένος, σένιος, φρεσκοξυρισμένος και τα σχετικά,

χτυπά την πόρτα και, μόλις αντικρίζει το νεωκόρο,

του λέει μελιστάλαχτα: "Καλημέρα σας και ο Θεός μαζί σας. Θα μπορούσα,

ίσως, να έχω την τύχη και την ευτυχία να συνομιλήσω

μετά του Σεβασμιότατου;". "Μπα...", λέει ξερά ο νεωκόρος. "Μάλιστα.

Αντιλαμβάνομαι. Μάλλον δεν έχει χρόνο στη διάθεσή του.

Θα μπορούσα, τότε, λοιπόν, έστω να του υποβάλλω απλώς τα σέβη μου;".

"Μπα, όχι τώρα. Ξεκουράζεται...", ξαναλέει,

ψιλοχύμα, ο νεωκόρος. Ο θεολόγος αποφασίζει να κάνει σχολιάκι: "Ω,

αντιλαμβάνομαι. Αντιλαμβάνομαι. Κανένα πρόβλημα.

Κανένα απολύτως. Θα επιστρέψω αργότερα, όταν ο Σεβασμιότατος δεν θα

βρίσκεται στις αγκάλες του Μορφέως...". Και ο

νεωκόρος: "Ποιου Μορφέως, ρε μεγάλε; Απ' όσο ξέρω... Βαγγέλη τον λένε

τον κηπουρό"!

47.

 Ο γύφτος πάει στο παπουτσάδικο. "Τέλω ένα ζευγκάρι παπούτσια γκια το

γκιό μου. Τριάντα ντύο νούμερο...", λέει. Του δίνει ο

υπάλληλος, φεύγει ο γύφτος. Ύστερα από τρεις μήνες, ξαναπάει. "Τέλω ένα

ζευγκάρι παπούτσια γκια το γκιό μου. Τριάντα τρία

νούμερο...", λέει. Του δίνει ο υπάλληλος, φεύγει ο γύφτος. Ύστερα από

τρεις μήνες, να τος πάλι: "Τέλω ένα ζευγκάρι παπούτσια

γκια το γκιό μου. Τριάντα τέσσερα νούμερο...". Του δίνει ο υπάλληλος,

φεύγει ο γύφτος. Ύστερα από τρεις μήνες... στην ώρα του:

"Τέλω ένα ζευγκάρι παπούτσια γκια το γκιό μου. Τριάντα ένα νούμερο...",

λέει. Ο υπάλληλος, τρελαίνεται: "Μα, καλά", τον

ρωτάει, "το τελευταίο ζευγάρι το πήρατε τριάντα τέσσερα νούμερο. Για τον

άλλο γιο σας είναι αυτό;". "Όκι. Γκια τον ίντιο!". "Και,

καλά. Θα του κάνει τώρα το μικρότερο νούμερο;". "Τα του κάνει, τα του

κάνει", λέει ο γύφτος. "Κτες, μπλέπεις, του... έκοψα τα

νύκια"!

48.

Ο Κρητίκαρος σταματάει ένα ταξί στα Σφακιά. Με το που ξεκινάνε, βγάζει

ένα πιστόλι και το κολλάει στο σβέρκο του ταξιτζή.

"Μπρος", του λέει. "Κάμε στην άκρη, επαέ και... τράβα μια μαλατσία".

Τρελαίνεται ο ταξιτζής, αλλά τι να κάνει; Υπακούει.

"Μπρος", του λέει πάλι... αμέσως μετά ο Κρητίκαρος. "Τράβα τσι άλλη

μία"... Μετά δώσ' του ξανά: "Τσι άλλη μία". Και δώσ' του

πάλι: "Τσι άλλη μία"... Ο ταξιτζής, όμως, έχει... ρέψει πια και δεν

αντέχει: "Άμα θες σκότωσέ με", του λέει, "αλλά ήμαρτον. Δεν

αντέχω πια". "Είσαι σίγουρος, μωρέ, πως δεν μπορείς;". "Στ' ορκίζομαι",

λέει ο ταξιτζής. "Ε, τότενες, πάμε πίσω", του λέει ο

Κρητίκαρος. Πάνε, λοιπόν, ξανά πίσω, οπότε ο Κρητίκαρος μπαίνει στο

σπίτι, βγαίνει με την κόρη του έξω και πριν τη βάλει στο

ταξί, της λέει: "Εντάξει, Μαρία. Ετούτος εδώ... θα σε πάει στο Λασίθι"!

49.

Ο τύπος κερδίζει στο ΛΟΤΤΟ 57.550.550 δραχμές καθαρά και, σούμπιτος

φεύγει για την αντιπροσωπία της Φεράρι. "Θέλω

αυτήν...", λέει στον υπάλληλο και, τσουπ, ανοίγει την τσάντα και βγάζει

το ρευστό. Μετράει ο υπάλληλος και μετά του λέει:

"Κύριε, δυστυχώς το αυτοκίνητο κάνει 57.550.600 δραχμές, με πινακίδες

και τα λοιπά...". Ψάχνει στην τσέπη του ο τύπος, τίποτε.

Στην άλλη, στις μέσα τσέπες, πουθενά πενηντάρικο! "Περιμένετε", λέει

στον υπάλληλο και βγαίνει έξω. Βρίσκει ένα περίπτερο

και λέει στον περιπτερά: "Σε παρακαλώ, καλέ μου άνθρωπε, σώσε με. Όλη

μου τη ζωή ήθελα να αγοράσω μια Φεράρι και άμα

δεν την αγοράσω εδώ και τώρα, θα πάθω εγκεφαλικό. Θα σκάσω. Θα ψοφήσω

σαν το σκυλί. Το καταλαβαίνεις; Χάνομαι! Σε

ικετεύω, δώσε μου ένα πενηντάρικο να πάω να την πάρω ΤΩΡΑ και θα σ' το

φέρω πίσω αύριο πρωί πρωί!". Και ο περιπτεράς:

"Καλά, καλά. Μην τρελαίνεσαι, ρε μεγάλε. Να. Πάρε ένα κατοστάρικο και...

πάρε μου και εμένα μία!".

50.

Ο τύπος ψάχνει απεγνωσμένα για δουλειά, αλλά είναι ανειδίκευτος. Πάει,

λοιπόν, σ' ένα εργοστάσιο και του λέει ο ιδιοκτήτης:

"Δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτε. Ορίστε. Θα παίρνεις από εδώ κάθε μια

βίδα όπως θα περνάει από μπροστά σου και θα την

πετάς στο κουτί εδώ. Εντάξει;". "Εντάξει". Την άλλη μέρα, τον ρωτάει ο

ιδιοκτήτης: "Όλα εύκολα;". "Περίπατος", λέει ο εργάτης.

"Ε, τότε", του λέει το αφεντικό, "δεν θα σου κάνει κόπο να παίρνεις και

κάθε παξιμάδι, έτσι;". "Όχι", λέει ο εργάτης. Την άλλη

μέρα, τον ξαναρωτάει ο ιδιοκτήτης: "Εύκολο;". "Εύκολο". "Ε, τότε, όπως

κάθεσαι που κάθεσαι, δεν ρίχνεις και μια κλοτσιά στο

κουτί με τις βίδες, μόλις γεμίζει να το στέλνεις στον ιμάντα, πιο

κάτω;". Τι να πει ο εργάτης, λέει ναι. Ο ιδιοκτήτης, όμως, είναι...

αδίστακτος. Την άλλη μέρα, πάει και λέει στον εργάτη: "Εύκολο δεν είναι;

Οπότε τώρα που πήρες το 'κολάι', δεν ρίχνεις και μια

κλοτσιά στο κουτί με τα παξιμάδια, όταν θα γεμίζει;". Ο εργάτης συμφωνεί

μεν, αλλά... τα 'χει πάρει στο κρανίο. Οπότε καθώς

φεύγει ο ιδιοκτήτης, του φωνάζει: "Να σας πω. Μια και κάθομαι και δεν

κάνω και τίποτε δύσκολο, δεν μου βάζετε και ένα...

πινέλο στον κώλο, να βάφω και τα κάγκελα συγχρόνως;"!

51.

Δύο καλόγριες φεύγουν από το μοναστήρι για να κουβαλήσουν νερό. Στο

δρόμο κάποιος τις πιάνει και τις βιάζει. "Τι θα πούμε

τώρα στην ηγουμένη;", λέει η μία καθώς γέμιζε με νερό τη στάμνα. "Πώς θα

δικαιολογήσουμε το ότι μας βίασε δύο φορές;". "Όχι

δύο, μία φορά μας βίασε", λέει η άλλη. "Μία όταν ερχόμασταν! Κι άλλη μία

τώρα που θα γυρνάμε...", απαντά η πρώτη.

52.

Ο τύπος μπαίνει στο εστιατόριο που φημίζεται για το σέρβις του στους

πελάτες και παραγγέλνει αγριογούρουνο. Περιμένει να

έρθει το αγριογούρουνο, περιμένει, ξαναπεριμένει, τίποτα. Λίγο αργότερα

ακούει φοβερούς θορύβους από την κουζίνα και

φωνάζει το γκαρσόνι. "Έχω παραγγείλει εδώ και ώρα, τι γίνεται το

φαγητό;", ρωτάει. "Θα έρθει σύντομα, κύριε", του απαντά το

γκαρσόνι. "Και δεν μου λες, τι είναι αυτός ο θόρυβος στην κουζίνα;",

ξαναρωτάει ο πελάτης. Και το γκαρσόνι με κάποια συστολή:

"Ξέρετε, αγριογούρουνο έχουμε, αλλά δεν είναι άγριο και προσπαθούμε τώρα

να το αγριέψουμε"!

53.

Ο τύπος μπαίνει στο σούπερ μάρκετ κι όπως γυρνάει, βλέπει ξαφνικά μια

στοίβα κοτόπουλα με τιμή... 100 δραχμές το κιλό.

Επιτόπου γεμίζει δύο καρότσια και πάει προς το ταμείο. Εκεί, όμως, η

ταμίας τον... ξεραίνει: "Ξέρετε, κύριε", του λέει. "Δεν

κάνουν 100 δραχμές το κιλό τα κοτόπουλα. Κάνουν 1.000, αλλά έχει γίνει

λάθος...". Ο τύπος γίνεται έξαλλος: "Με κοροϊδεύετε.

Αίσχος. Δεν μασάω Χριστό. Εκατό τα είδα, εκατό θα τα πληρώσω...".

"Μα...". "Δεν έχει μα και ξεμά. Εμπρός. Χτυπήστε τα με

εκατό...". "Μα, δεν μπορώ...". "Να μπορέσεις...". Ακούει κι ο διευθυντής

τον καβγά και έρχεται να δώσει τη λύση. "Ακούστε,

κύριε", του λέει χαμηλόφωνα. "Η κοπέλα δεν μπορεί να σας πει τον

πραγματικό λόγο που είναι τόσο φτηνά τα κοτόπουλα. Κι

εγώ μόλις τώρα τον έμαθα. Μας τα πούλησαν, βλέπετε, πενήντα δραχμές το

κιλό κι εμείς τα βάλαμε εκατό, αλλά δεν ξέραμε ότι

έχουν... AIDS!". Και ο τύπος: "Ε, και; Σάμπως θα τα... πηδήξω;"!

54.

Τρεις ομοφυλόφιλοι διηγούνται στον Μικρούτσικο πώς τους συνέβη. "Εγώ",

λέει ο πρώτος, "από τότε που θυμάμαι τον εαυτό

μου, τα αγόρια μου άρεσαν...". "Εμένα", λέει ο άλλος, "μου έτυχε μία

ερωτική απογοήτευση όταν ήμουν στην εφηβεία, με

παρηγόρησε ένας συμμαθητής μου κι από τότε...". "Εγώ", λέει και ο

τρίτος, "έγινα από ατύχημα. Όταν ήμουν έντεκα χρονών,

ήμουν στο περιβόλι του θείου μου, σκυμμένος στις ντομάτες και ξαφνικά

ήρθε ένας βοσκός και εκεί που καθόμουνα, τσουπ, μου

τον φόρεσε...". "Καλά", ρωτάει ο Μικρούτσικος, "κι εσείς δεν

αντιδράσατε;". "Κοιτάξτε", λέει ο τύπος, "προσπάθησα να του

ξεφύγω, αλλά πώς να τρέξω στα χωράφια με... κάτι γόβες νααα;".

55.

Δύο κυνηγοί αρκούδων συζητούν. "Πώς καταφέρνεις και τις πιάνεις τόσες

αρκούδες;", ρωτά ο ένας. "Α, απλό, απλούστατο", λέει

ο άλλος. "Οι αρκούδες είναι χαζές. Αρκεί να βρεις τη σπηλιά τους,

μπαίνεις μέσα και φωνάζεις: Ουουουουου. Φωνάζει κι αυτή:

Ουουουουου. Περιμένεις να πλησιάσει, να δεις καλά τα μάτια της να

γυαλίζουν, σηκώνεις το όπλο, σημαδεύεις ανάμεσά τους και

πυροβολείς! Αυτό είναι. Τέζα η αρκούδα". "Μάλιστα", λέει ο άλλος και

κατευθείαν, βγαίνει για κυνήγι και... ξυπνάει στο

νοσοκομείο τσακισμένος! "Τι έπαθες, ρε;", του λέει ο φίλος του. "Άσε",

λέει αυτός. "Βρίσκω, που λες, τη σπηλιά, μπαίνω μέσα

και φωνάζω: Ουουουουου. Ακούω: Ουουουουου. Προχωράω και, όπως μου το

'χες πει, βλέπω τα μάτια να γυαλίζουν.

Συγκινημένος, ξαναφωνάζω: Ουουουουου. Ξανακούω: Ουουουουου. Περιμένω και

μόλις βλέπω τα μάτια της να πλησιάζουν

πολύ, σηκώνω το όπλο, σημαδεύω, πυροβολώ και τότε... βγαίνει το τρένο!".

56.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί τα Χριστούγεννα, όταν στολίζουμε το δέντρο, βάζουμε το

αγγελάκι στην κορυφή;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι Χριστούγεννα, και ο Αι-Βασίλης κάθεται με τη γυναίκα του

στο τζάκι. Κάποια στιγμή σηκώνεται και αρχίζει να

βάζει τα δώρα στο σάκο του για να τα μοιράσει. Ξαφνικά η γυναίκα του του

λέει: "Μα, πάλι θα φύγεις; Τι θα γίνει με αυτή την

κατάσταση; Κάθε Χριστούγεννα θα έχουμε τα ίδια; Δε θα περάσουμε μια φορά

κι εμείς Χριστούγεννα μαζί, σαν όλες τις

οικογένειες;", "Μα", λέει ο Αι-Βασίλης, "δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αυτή

είναι η δουλειά μου. Δεν μπορώ να μην μοιράσω

δώρα στα παιδιά". "Δεν με νοιάζει", λέει η γυναίκα του, "σαν γυναίκα σου

κι εγώ, θέλω να περάσουμε Χριστούγεννα μαζί. Και να

το ξέρεις, αν φύγεις θα βρεις την πόρτα κλειστή και εμένα να με ξεχάσεις

από γυναίκα σου". "Μα, σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Δεν

είναι πράγματα αυτά. Δεν μπορώ να αφήσω το αφεντικό έτσι ξεκρέμαστο.

Σκέψου τα καημένα τα παιδιά που θα μείνουν χωρίς

δώρα", ξαναλέει ο Αι-Βασίλης. "Δε με νοιάζει τίποτα", επιμένει η γυναίκα

του. "Αν φύγεις, εμένα να με ξεχάσεις από γυναίκα

σου", του λέει και πηγαίνει στην κουζίνα κλείνοντας με δύναμη την πόρτα

πίσω της. Νευριασμένος ο Αι-Βασίλης αρχίζει να

πετάει με δύναμη τα δώρα μέσα στον σάκο του μουρμουρίζοντας. Σε κάποια

στιγμή χτυπάει το κουδούνι. "Ποιος να είναι τέτοια

ώρα;", λέει νευριασμένος, πάντα, ο Αι-Βασίλης και πηγαίνει να ανοίξει

την πόρτα. Ανοίγει την πόρτα και βλέπει ένα αγγελάκι να

του λέει: "Γεια σου Αι-Βασίλη, έφερα το δέντρο, πού να το βάλω;"!

57.

Δύο φίλοι συζητούν: "Εγώ στη γυναίκα μου, στη γιορτή της, της πήρα δύο

δώρα. Ένα Μερσεντές και ένα Μπε-Εμ-Βε. Άμα δεν

γουστάρει το ένα, να οδηγεί το άλλο". "Κι εγώ", λέει ο άλλος, "της πήρα

δύο δώρα, αλλά δεν είμαι τόσο πλούσιος. Της πήρα στη

γιορτή της ένα ζευγάρι παντόφλες και ένα δονητή. Άμα δεν γουστάρει τις

παντόφλες, να πάει να πηδηχτεί!".

58.

Ο μικρός Βορειοηπειρώτης πάει για πρώτη μέρα στο ελληνικό σχολείο. "Εδώ

που ήρθες", του λέει η δασκάλα, "είναι Ελλάδα! Η

πατρίδα σου. Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτε πια. Είσαι Έλληνας και έτσι

πρέπει να νιώθεις. Ούτε να λες ότι ονομάζεσαι Αλτίμ.

Αλέκος θα λες ότι ονομάζεσαι, εντάξει;". "Εντάξει", λέει ο Αλέκος.

"Είμαι Έλληνας, με λένε Αλέκο και δεν έχω να φοβηθώ

τίποτε"! Φεύγει μετά το σχολείο, λοιπόν, αλλά αντί να πάει στο σπίτι,

μπλέκει με μπάλα, κάνει τα ρούχα του χάλια, τα γόνατά του

επίσης και μαζεύεται στις δέκα η ώρα σπίτι του. Τον βουτάει η μάνα και

του τις βρέχει για τα καλά! Τη βρίζει η Αλεκάρα τη μάνα

του, τις τρώει και από τον πατέρα του. Την άλλη μέρα, τον βλέπει η

δασκάλα και τον ρωτάει: "Τι έπαθες, Αλέκο μου; Ποιος σε

χτύπησε;". Και ο Αλέκος: "Τίποτε σοβαρό, κυρία. Απλώς χθες βράδυ μου

την... έπεσαν κάτι Αλβανοί"!

59.

Η κυρία πάει στο γιατρό: "Γιατρέ μου", του λέει, "ο άντρας μου δεν με

ικανοποιεί". Ο γιατρός την εξετάζει, αλλά δεν βρίσκει

τίποτε. Με... τρόπο, λοιπόν, της λέει: "Ξέρετε, ίσως θα έπρεπε να...

δοκιμάσετε κάτι άλλο". "Έχω δοκιμάσει, γιατρέ μου, τίποτε".

"Ε, δοκιμάστε κι άλλον", λέει ο γιατρός. "Κι αυτό το έχω κάνει". "Ε,

δοκιμάστε και τρίτον", λέει, πάλι, ο γιατρός. "Ακούστε,

γιατρέ", απαντάει η κυρία. "Για να μην πολυλογούμε. Τριακόσιους έχω

δοκιμάσει. Τίποτε"! Ο γιατρός... τρελαίνεται. "Κυρία μου",

της λέει, "νιώθω συγκινημένος. Είναι η πρώτη περίπτωση ανομοιογενούς

κατανομής της ψυχολογικής σεξουαλικότητας που

συναντώ". "Πώς το είπατε αυτό;", ρωτάει η κυρία. "Ανομοιογενής κατανομή

της ψυχολογικής σεξουαλικότητας", λέει ο γιατρός.

"Δηλαδή, αυτό έχω;". "Ναι". "Και μπορείτε μήπως να μου το δώσετε

γραμμένο;", ρωτάει η κυρία. "Ναι", λέει ο γιατρός, "αλλά

γιατί;". "Γιατί, γιατρέ μου", απαντάει η κυρία, "όπου πάω... πουτάνα με

ανεβάζουνε, πουτάνα με κατεβάζουνε"!

60.

Ένα πλοίο βουλιάζει στη μέση του ωκεανού. Όλες οι βάρκες έχουν γεμίσει

και έχουν φύγει, εκτός από μία, η οποία όμως χωράει

τρία άτομα. Πάνω στο πλοίο έχουν μείνει ο καπετάνιος, δύο λευκοί και

ένας μαύρος. Όταν φτάνουν στη βάρκα ο καπετάνιος λέει:

"Ως καπετάνιος του πλοίου, δικαιούμαι μία θέση. Ένας λοιπόν από εσάς δεν

θα έρθει με τη βάρκα". Μόλις το ακούει αυτό ο

μαύρος, αρχίζει να γκρινιάζει: "Ξέρω, εγώ θα μείνω γιατί είμαι μαύρος".

"Όχι", λέει ο καπετάνιος, "εγώ δεν είμαι ρατσιστής και

δεν θα επιτρέψω να γίνει κάτι τέτοιο. Θα γίνει κλήρωση με ερωτήσεις.

Όποιος δεν απαντήσει σωστά θα μείνει πίσω.

Σύμφωνοι;". "Σύμφωνοι", λένε όλοι. "Λοιπόν, ποιο ήταν το μεγαλύτερο

ναυάγιο στην ιστορία;", ρωτάει τον ένα λευκό. "Ο

Τιτανικός", απαντάει εκείνος. "Πόσοι άνθρωποι πνίγηκαν;", ρωτάει το

δεύτερο λευκό. "Χίλιοι πεντακόσιοι", απαντάει εκείνος.

"Ονόματα και διευθύνσεις", ρωτάει το μαύρο.

61.

Ο τύπος φωνάζει το σπιτονοικοκύρη του για να του κάνει παράπονα.

"Ορίστε", του λέει. Θα δεις τώρα τι χαμός γίνεται με τα

ποντίκια!". Αφήνει κάτω ένα κομμάτι τυρί και ύστερα από πέντε λεπτά,

τσουπ, σκάνε από το πουθενά τρία ποντίκια και το κάνουν

"να". "Ε, καλά", λέει ο ιδιοκτήτης. "Τρία ποντικάκια τώρα και κάνεις

έτσι;". "Τρία; Επειδή ήταν λίγο το τυρί", λέει ο νοικάρης.

Βάζει κάτω ένα πιο μεγάλο κομμάτι και ύστερα από λίγο, τσουπ, σκάνε οκτώ

ποντίκια και το τσακίζουν το τυρί! "Καλά, καλά",

επιμένει ο σπιτονοικοκύρης. "Εντάξει, αλλά δεν είναι και τόσο φοβερό.

Βάλε λίγο φάρμακο και κάνα δυο φάκες και θα 'σαι

εντάξει...". "Μεγάλε", επιμένει ο νοικάρης, "δεν ξέρεις τι λες. Κάτσε να

βάλω ένα κεφάλι τυρί και θα δεις". Βάζει πράγματι ένα

κεφάλι ολόκληρο κάτω, περνάνε πέντε λεπτά, δέκα και στο τέταρτο επάνω

σκάνε... διακόσια ποντίκια και τρεις πέστροφες και το

εξαφανίζουν! Ο ιδιοκτήτης τρελαίνεται! "Καλά τα ποντίκια", λέει, "αλλά

πήρε το μάτι μου και... πέστροφες ή έκανα λάθος;". Και ο

νοικάρης: "Όχι, δεν κάνεις λάθος. Αλλά για την... υγρασία, θα τα πούμε

μετά"!

62.

Η γήινη αποστολή φτάνει στον Άρη. Γνωρίζεται με τους Αρειανούς και

αρχίζει να ρωτάει διάφορα πράγματα. Σε κάποια στιγμή, ο

αρχηγός της αποστολής ρωτάει τον Αρειανό πώς κάνουν παιδιά. "Να", του

λέει αυτός. Παίρνει, λοιπόν, την Αρειανή, ακουμπάνε

τα δάχτυλά τους σε κάτι οπές ενός μηχανήματος, μετά φτύνουν μέσα και σε

πέντε λεπτά, τσουπ, από την άλλη άκρη, βγαίνει ένα

μικρό Αρειανάκι. "Εσείς, πώς κάνετε παιδιά;", ρωτάει μετά ο Αρειανός. Ο

αρχηγός, που έχει μια αστροναύτισσα μπουκιά και

συχώριο στην αποστολή, την... πείθει (άλλο που δεν ήθελε κι αυτή) να

τους... δείξουν. Γδύνονται, λοιπόν, και... βάζουν τα δυνατά

τους. Κάνουν ό,τι κάνουν, τελειώνουν και ντύνονται. Ο Αρειανός περιμένει

λίγη ώρα, κοιτάζοντας απορημένος. Μετά ρωτάει την

αστροναύτισσα: "Και τώρα; Το παιδί;". "Ποιο παιδί;", ρωτάει η

αστροναύτισσα. "Το παιδί, ρε παιδί μου. Πότε θα βγει το παιδί;".

"Α, αυτό εννοείς. Μα, το παιδί αργεί. Σε εννιά μήνες περίπου", του

απαντά αυτή. Και ο Αρειανός: "Σε εννιά μήνες; Καλά. Και τότε,

γιατί... χτυπιόταν έτσι αυτός ο μαλάκας;"!

63.

Η κοκκινοσκουφίτσα περπατάει στο δάσος. Ξαφνικά, πετιέται από ένα θάμνο

ο μεγάλος κακός λύκος! Ανοίγει διάπλατα τα

τεράστια σαγόνια του και με βαθιά, βραχνή φωνή της λέει: "Θα σε

φάααω...". Και η Κοκκινοσκουφίτσα: "Αμάν, ρε αδερφάκι μου!

Τι πράγμα είναι αυτό; Κανείς δεν γ...εί, πια;".

64.

Ο Γερμανός, ο Γάλλος και ο Έλληνας συζητούν για την "αργκό" ονομασία του

πέους σε κάθε γλώσσα. "Εμείς το λέμε 'ιππότη'

χαϊδευτικά", λέει ο Γερμανός, "επειδή μετά το σεξ υποκλίνεται...".

"Εμείς το λέμε 'αυλαία' χαϊδευτικά", λέει ο Γάλλος, "επειδή

μετά το σεξ, πέφτει...". "Εμείς το λέμε 'φήμη', χαϊδευτικά", λέει ο

Έλληνας. "Φήμη; Και γιατί;", ρωτούν οι άλλοι δύο. Και ο

Έλληνας: "Επειδή όλο από... στόμα σε στόμα πάει"...

65.

Ο τύπος πάει στο γιατρό: "Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω", λέει αυτός, "αλλά

δεν μπορώ να σου κρύψω και την αλήθεια.

Δυστυχώς, πεθαίνεις". Αυτός τα... παίζει: "Δηλαδή, πόση ζωή έχω ακόμη;".

"Λίγη...". "Πόσο λίγη;". "Ελάχιστη...". "Δηλαδή;". "Τι

να σου πω τώρα; Ελάχιστη, ρε παιδί μου... Ε-λά-χι-στη... Άντε, πήγαινε

τώρα". Φεύγει, λοιπόν, αυτός περίλυπος, κατεβαίνει

κάτω, βλέπει μια νεκροφόρα που περνάει και της φωνάζει: "Ταξί, ταξί...".

66.

Ο βλάχος πάει στο μπουρδέλο και ζητάει "κάτι τις πιρίιργου...". "Πόσα

πληρώνετε;", τον ρωτούν. "Ουόσα να 'νι!", λέει αυτός. Του

δίνουν, λοιπόν, μια ανωμαλιάρα χοντρή, που κάνει τα περίεργα και του

αλλάζει τα φώτα του βλάχου. Τι πισωκολλητά, τι

καρεκλάτα, τι κόντρα παξιμάδια, κόλαση! Σε κάποια φάση, του λέει λοιπόν:

"Τώρα, θα κάνουμε εξήντα εννιά. Εντάξει; Ορίστε

πως γίνεται...". Παίρνει θέση και αρχίζουν. Καθότι, όμως, δεν είναι

και... υπόδειγμα καθαριότητας η έτσι, του βλάχου αρχίζει και

του... βρωμάει. Αντέχει ένα λεπτό, δύο, τρία και, μετά, σηκώνει το

κεφάλι και λέει: "Να σι πω, μάνα μ'. Ιπειδή δεν βουλεύουμι, σι

πειράζ' πουλύ να προχωρήσουμι στου... ιβδουμήντα;".

67.

Η τύπισσα, μέλος του φεμινιστικού κινήματος, πάει στο χωριό να μιλήσει

για την ισότητα. "Πρέπει, επιτέλους, η γυναίκα να πάρει

τη θέση που της αξίζει στην οικογένεια, στο κύτταρο της κοινωνίας",

λέει. Οι χωριάτισσες την ακούνε με προσοχή, αλλά δεν

καταλαβαίνουν τίποτα. Και συνεχίζει η φεμινίστρια: "... Και πρέπει,

επιτέλους, η γυναίκα ν' αποκτήσει τη δική της οντότητα. Να

βρεθεί πάνω από τον άντρα". Οπότε μια χωριάτισσα πετάγεται και της λέει:

"Να με συμπαθάς, κορίτσι μου, αλλά εμείς αυτό το

λέμε συντριβανάτο"!

68.

Ο ψυχίατρος κλείνει ικανοποιημένος το φάκελο του ασθενούς, αφού τον

διάβασε προσεκτικά, και του λέει χαμογελώντας: "Έχω

να σας ανακοινώσω, κύριε Μπουρέκα, ότι έχετε θεραπευτεί τελείως. Είστε

ικανοποιημένος;". "Ικανοποιημένος; Και γιατί να είμαι

ικανοποιημένος; Πέρσι τέτοιο καιρό ήμουν κοτζάμ Ιησούς Χριστός και τώρα

είμαι ο πρώτος τυχών Φανούρης Μπουρέκας.

69.

Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας πάει να τρελαθεί από τις φάρσες που του

κάνουν. Μέρα παρά μέρα έρχεται κι ένα βυτίο με δύο

τόνους πετρέλαιο. Κάποια στιγμή δεν αντέχει και βουτάει τον παπαγάλο

του. "Εσύ, ρε πούστη, παράγγειλες πετρέλαιο, εσύ μου

κάνεις πλάκα", του λέει, και πιάνει και τον κρεμάει από τα φτερά στην

είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί ο παπαγάλος βλέπει μια

εικόνα του Χριστού στο σταυρό. "Εσύ, ρε φιλαράκο, πόσα χρόνια είσαι

έτσι;", τον ρωτά. "Περισσότερο από δύο χιλιάδες",

απαντά ο Χριστός. Κι ο παπαγάλος: "Καλά, ρε φιλάρα, πόσο πετρέλαιο

παρήγγειλες πια;"!

70.

Ο τύπος ρωτάει ένα περαστικό στην Αθήνα: "Θα μου πεις που είναι η οδός

Σοφοκλέους ή... να πάω να γαμηθώ;".

71.

Ο Χριστούλης κατεβαίνει στη Γη για να τσεκάρει γενικώς την κατάσταση

κοντά στο τέλος της χιλιετίας. Σε κάποια φάση, λοιπόν,

μπαίνει σ' ένα μπαράκι όπου μπεκροπίνουν ένας Γερμανός, ένας Γάλλος και

μια Ελληνάρα. Κάθεται στην μπάρα και ο Χριστός,

ξανθός, μακρυμάλλης, ψιλολετσέ, τον βλέπει ο Γερμανός και λέει του

μπάρμαν: "Κέρασε, ρε, το παλικάρι μια μπιρίτσα, γιατί τον

βλέπω διψασμένο"! Κερνάει ο μπάρμαν, πίνει ο Χριστούλης, όλα καλά.

Ύστερα από λίγο, φωνάζει ο Γάλλος στον μπάρμαν:

"Κέρασε, ρε, το παλικάρι ένα μπουκάλι κρασί. Ντροπή να κάθεται στον

πάγκο έτσι σκέτος, χρονιάρες μέρες". Κερνάει ο

μπάρμαν, πίνει ο Χριστούλης, όλα καλά. Ύστερα από λίγο, πετιέται και ο

Έλληνας: "Κέρασε, ρε", λέει του μπάρμαν, "το

παλικάρι ένα καραφάκι ούζο με μια σπέσιαλ ποικιλία, γιατί τον βλέπω

πεινασμένο και δεν κάνει χρονιάρες μέρες...". Πίνει ο

Χριστούλης, τρώει και μετά σηκώνεται. Πάει στο τραπέζι της παρέας και

αγγίζει τον Γερμανό στον ώμο. Αυτός πετιέται, του φιλάει

το χέρι και του λέει: "Χριστέ μου! Σ' ευχαριστώ! Τώρα κατάλαβα ποιος

είσαι που μου πέρασαν μεμιάς τα αρθριτικά μου"! Αγγίζει

και τον Γάλλο στον ώμο ο Χριστός, πετιέται αυτός, του φιλάει το χέρι και

του λέει: "Χριστέ μου! Σ' ευχαριστώ! Πάει το άσθμα μου,

πέρασε! Το νιώθω!". Κάνει ν' αγγίξει και τον Έλληνα ο Χριστός, οπότε

τραβιέται πίσω αυτός και λέει: "Χριστούλη μου, να' σαι

καλά, αλλά... χειρονομίες δεν γουστάρω! Είδα κι έπαθα να τη βγάλω την...

αναπηρική σύνταξη"!

72.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι σχέση έχει ο μισθός με την περίοδο;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Και τα δύο έρχονται μια φορά το μήνα, διαρκούν δυο-τρεις μέρες

και μετά αρχίζει το γαμήσι...

73.

Ο Μπόμπος πηγαίνει βόλτα με τον πατέρα του και σε κάποια στιγμή περνάνε

έξω από μια εκκλησία. Λέει τότε ο πατέρας στον

Μπόμπο: "Μπόμπο, το σταυρό σου". Και ο Μπόμπος: "Το... δικό σου".

74.

Οι τρεις νυχτερίδες διαγωνίζονται για τον τίτλο της νέας βασίλισσας της

φυλής. Φεύγει η πρώτη και ύστερα από δύο μέρες γυρίζει

γεμάτη αίματα. "Βλέπετε εκείνο το κάστρο;", λέει. "Ναι", της λένε οι

άλλες. "Πίσω απ' αυτό υπάρχει ένα χωριό με χίλιους

κατοίκους. Δεν άφησα σταγόνα αίμα σε κανέναν!". Μόλις κοπάζουν οι

ζητωκραυγές, φεύγει η δεύτερη. Ύστερα από τρεις μέρες

γυρίζει στάζοντας ακόμη αίμα! "Βλέπετε εκείνο το κάστρο;", λέει. "Ναι",

της λένε οι άλλες. "Πίσω από το κάστρο και μετά το

χωριό υπάρχει μια πόλη με δέκα χιλιάδες κατοίκους. Τους στράγγιξα

όλους!". Οι ζητωκραυγές φτάνουν στα ουράνια. Μετά φεύγει

η τρίτη. Περνάει μια μέρα, δύο, τέσσερις, πέντε, την έκτη μέρα,

επιτέλους, επιστρέφει και, μάλιστα, δέκα φορές πιο ματωμένη από

τις άλλες δύο! Μέσα σε απόλυτη σιωπή, ξεκινάει τη διήγησή της. "Βλέπετε

εκείνο το κάστρο;", ρωτάει. "Ναι", λένε οι άλλες με

δέος. "Ε, εγώ, δεν το είδα!".

75.

Τρία πιτσιρίκια συζητούν για τα αυτοκίνητα του μπαμπά τους. "Το

αυτοκίνητο του μπαμπά μου", λέει ο ένας, "είναι φοβερά

γρήγορο και ο ίδιος πολύ καλός οδηγός. Να φανταστείτε, δουλεύει στην

Κόρινθο και ενώ σχολάει κάθε μέρα στις τέσσερις,

τέσσερις και μισή είναι στο σπίτι μας στο Χαϊδάρι...". "Σιγά", λέει ο

άλλος. "Εμένα δουλεύει στην Πάτρα και ενώ σχολάει κάθε

μέρα στις τέσσερις, το πολύ στις πέντε είναι σπίτι μας στο Θησείο...".

"Εμένα", λέει ο τρίτος, "ο πατέρας μου έχει το πιο γρήγορο

απ' όλα και είναι και ο καλύτερος οδηγός. Αφού να φανταστείτε, είναι

δημόσιος υπάλληλος και ενώ σχολάει κάθε μέρα στις

τέσσερις, είναι στο σπίτι μας στο Χαλάνδρι... από τις δωδεκάμισι!".

76.

Ένας Γάλλος, ένας Γερμανός και ένας Πόντιος πέφτουν με το αεροπλάνο σε

μία περιοχή της ζούγκλας, όπου κατοικούν

ανθρωποφάγοι. Μόλις βγαίνουν, λοιπόν, από τα συντρίμμια του αεροπλάνου,

συμφωνούν να πάρουν όλοι κάτι από το

αεροπλάνο, το οποίο κατά τη γνώμη τους θα μπορούσε να τους βοηθήσει να

γλιτώσουν από τους ιθαγενείς. Έτσι ο Γάλλος

παίρνει την πόρτα του αεροπλάνου, ο Γερμανός μία σκάλα από το αεροπλάνο

και ο Πόντιος μία πέτρα. Αποφασίζουν ακόμη να

απομακρυνθούν από την επικίνδυνη περιοχή. Καθώς προχωρούν, πιάνουν την

κουβέντα. "Εσύ γιατί πήρες την σκάλα;", ρωτάει

ο Γάλλος τον Γερμανό. "Να", απαντάει εκείνος, "αν έρθουν οι ιθαγενείς θα

χρησιμοποιήσω τη σκάλα για να ανέβω σε ένα

δέντρο και να κρυφτώ. Εσύ, όμως, γιατί πήρες την πόρτα;". "Να, αν έρθουν

οι ιθαγενείς, θα κρυφτώ πίσω από την πόρτα μέχρι

να φύγουν οι ιθαγενείς". "Και εσύ", ρωτάνε τον Πόντιο, "γιατί πήρες την

πέτρα;". "Να", λέει εκείνος, "αν έρθουν οι ιθαγενείς,

θα... πετάξω την πέτρα για να τρέχω πιο γρήγορα"!

77.

Ο τύπος, έξτρα βαρύμαγκας κι έτσσσ', κατεβαίνει πρωί πρωί στην

ιχθυόσκαλα. "Δε μου λε, ρε μεγάλε", ρωτάει ένα ψαρά, "τα

μπαρμπουνάκια πόσο πάνε;". "Εφτά χιλιάρικα", λέει αυτός. "Α! Και δεν μου

λε, ρε μεγάλε, τα φαγκρουδάκια πόσο πάνε;".

"Πεντέμισι το κιλό", του λέει ο ψαράς. "Α! Και, δεν μου λε, ρε μεγάλε;

Τα λιθρινάκια;". Ο ψαράς έχει αρχίσει να τα παίρνει στο

κρανίο. "Εφτά χιλιάρικα, αδερφέ. Θα πάρεις κάτι;". "Εφτά, α; Και δεν μου

λε, ρε μεγάλε; Οι τσιπουρίτσες πόσο πάνε;". "Οκτώ το

κιλό. Θα πάρεις;". "Οκτώ α; Και δεν μου λε, οι γοπίτσαι πόσο πάνε;". Ο

ψαράς έχει που έχει τον πόνο του, έχει φτάσει και εκτός

εαυτού: "Άκου", λέει στο βαρύμαγκα: "Οι γοπίτσαι έχουν τρεισήμισι το

κιλό οι... ζωντανές και ενάμισι οι πεθαμένες!". Και ο

μαγκίτης: "Α! Τότενες, τσάκω τη σακούλα, άρχισε να... σκοτώνεις και

βάνε"!

78.

Δύο γύφτισσες μαζεύουν πατάτες. Η πρώτη, λοιπόν, βγάζει από το χώμα μία

πατάτα χοντρή και μεγάλη σαν κομμένο χέρι:

"Τούτη εντώ είναι σαν του Αποστόλη μου", λέει. "Σιγά μωρή, μην την έκει

τόσο μεγκάλη ο Αποστόλης", της λέει η άλλη. Και η

Αποστόλαινα: "Ντεν εννοούσα τόσο μεγκάλη, μπρε. Τόσο... μπρόμικη

εννοούσα"!

79.

Ο τύπος έχει μόλις αποκτήσει γιο και τρέχει τρελαμένος από χαρά στο

μαιευτήριο. Εκεί, όμως, ο γιατρός τον στενοχωρεί: "Κύριέ

μου", του λέει, "υπάρχει ένα πρόβλημα με το γιο σας". "Τι πρόβλημα;".

"Μάλλον είναι... αδερφή". Ο πατέρας γίνεται έξαλλος.

"Μα είστε σοβαρός;", διαμαρτύρεται. "Κατ' αρχάς, το μωράκι είναι μόλις

λίγων ωρών, πού το καταλάβατε ότι είναι αδερφή; Κι

έπειτα, μια χαρά το βλέπω. Όλο γέλια και χαρές είναι". Και ο γιατρός:

"Ναι, ναι", του λέει, "τώρα, όλο γελάει. Αλλά μέχρι να του

βάλουμε την πιπίλα... στον κώλο, μας πέθανε στο κλάμα"!

80.

Η τύπισσα θέλει να γίνει καλόγρια, αλλά πριν να γνωρίσει τι θα πει

άντρας. "Εγώ δεν μπορώ να σου δείξω, τέκνον μου", της

λέει ο ηγούμενος και φωνάζει τη Βαγγέλα τον κηπουρό. Μπαίνουν μέσα ο

Βαγγέλας και η μέλλουσα καλόγρια, περνάει μισή

ώρα, μία, μιάμιση, κάνει έτσι ο ηγούμενος από την κλειδαρότρυπα, βλέπει

και... τρελαίνεται! Ανοίγει την πόρτα, μπαίνει μέσα και

της φωνάζει: "Τι κάνεις, βρε, εκεί;". Η τύπισσα κοκκινίζει και του λέει:

"Δεν φταίω εγώ, ηγούμενε. Αφού μου είπε ότι αυτό είναι...

γλειφιτζούρι!". Οπότε ο ηγούμενος γυρνάει και του λέει με παράπονο:

"Κάθαρμα! Κι εμένα μου έλεγες τόσον καιρό ότι είναι...

υπόθετο!!!".

81.

Υπέροχη ξανθιά μπαίνει στο γραφείο του διευθυντή της εφημερίδας. "Γεια",

του λέει. "Θέλω να με προσλάβεις γραμματέα σου".

"Γραφομηχανή ξέρεις;", ρωτάει αυτός. "Όχι", του λέει, "αλλά μπορώ να

μάθω". "Στενογραφία;". "Όχι, αλλά μπορώ να μάθω".

"Αγγλικά;". "Όχι, αλλά μπορώ να μάθω"... Ο τύπος τα έχει παίξει. "Καλά",

τη ρωτάει. "Τίποτα δεν ξέρεις;". "Όχι", του λέει αυτή,

"αλλά μπορώ να μάθω...". "Και, δεν μου λες, τουλάχιστον. Πόσα λεφτά

θέλεις;". "Ενάμιση εκατομμύριο το μήνα", λέει αυτή.

"Τρελάθηκες κορίτσι μου; Εδώ έχω δύο αρχισυντάκτες", της απαντάει, "και

παίρνουν και οι δύο μαζί εννιακόσιες χιλιάδες". Και η

ξανθιά: "Καλά. Τότε... πήδα τους αρχισυντάκτες σου"!

82.

Ο τύπος έχει έναν παπαγάλο και τον αφήνει να... βλέπει. Έτσι, ο

παπαγάλος έχει γίνει εξπέρ περί τα σεξουαλικά. Μια μέρα,

όμως, παντρεύεται ο τύπος, οπότε του το λέει του παπαγάλου καθαρά:

"Τέρμα. Από δω και μπρος δεν θα ξαναμπείς ποτέ στο

δωμάτιό μου, αλλιώς θα σε καθαρίσω...". Έτσι και γίνεται. Πρώτη νύχτα

του γάμου, λοιπόν, ο παπαγάλος κάθεται απ' έξω και

ακούει. Μέσα, το ζεύγος φτιάχνει τη βαλίτσα του. Δεν κλείνει, όμως.

"Αγάπη μου", λέει η σύζυγος, "λέω να κάτσω από πάνω...".

"Κάτσε, αγάπη μου", λέει ο σύζυγος. Κάθεται, αλλά η βαλίτσα δεν κλείνει.

"Λέω να κάτσω εγώ από πάνω", λέει ο σύζυγος, που

είναι... πιο βαρύς. Κάθεται κι αυτός, αλλά πάλι δεν κλείνει η βαλίτσα.

Τι να κάνουν, λοιπόν, την κοιτάζουν από δω, την κοιτάζουν

από κει, και στο τέλος λέει η σύζυγος: "Αγάπη μου, νομίζω ότι θα είναι

καλύτερα, αν κάτσουμε και οι δύο από πάνω...". Με το

που το λέει αυτό, λοιπόν, μπαίνει με... χίλια ο παπαγάλος στο δωμάτιο

και λέει: "Αφεντικό, αυτό θα το δω... κι ας πεθάνω"!

83.

Ο τύπος πάει στο γιατρό. "Γιατρέ μου", του λέει, "έχω σοβαρό πρόβλημα. Η

Σίντι Κρόφορντ να μου γδυθεί και να μου κάνει νάζια,

δεν μου σηκώνεται μα τίποτα. Σώσε με...". Ο γιατρός τον εξετάζει, αλλά

δεν του βρίσκει τίποτε ειδικό. "Κοίτα", του λέει, "έχω κάτι

καινούργια χάπια, αλλά είναι αδοκίμαστα ακόμη. Να τα παίρνεις ένα ένα τη

φορά και σταδιακά να τα αυξήσεις, να μην πάθεις

καμιά ζημιά. Εντάξει;". "Εντάξει", λέει ο τύπος. Την άλλη μέρα παίρνει

τηλέφωνο: "Γιατρέ", λέει. "Πήρα ένα, αλλά δεν έκανε

τίποτε. Ρεζίλι έγινα στην κοπέλα". "Καλά. Πάρε δύο τότε", του λέει ο

γιατρός. Τα ίδια την άλλη μέρα: "Τίποτα, γιατρέ. Ρεζίλι έγινα

πάλι στην κοπέλα". Να μην πολυλογούμε, του 'χει σπάσει τα νεύρα του

γιατρού, οπότε τη δέκατη μέρα του λέει: "Για πάρε όλο το

κουτί, ρε μεγάλε, να δούμε τι θα γίνει". Την άλλη μέρα, λοιπόν,

τηλεφωνεί ο τύπος πανευτυχής: "Γιατρέ μου μ' έσωσες", του λέει.

"Όχι μόνο μου σηκώθηκε χθες, αλλά μου σηκώθηκε και δεκαεφτά φορές σερί"!

"Δεκαεφτάααα; Καλά  για σένα, τότε", λέει ο

γιατρός έντρομος. "Αλλά η κοπέλα;". Και ο τύπος: "Α, η κοπέλα... δεν

ήρθε"!

84.

Ο τύπος έχει να πηδήξει δύο χρόνια. Τελικώς, βρίσκει ένα δεκαχίλιαρο και

αποφασίζει να πάει σε μια πουτάνα. Στο δρόμο, όμως,

μπλέκει με κάτι ούζα και κάτι ζάρια και, στο τέλος, μένει με ένα

χιλιάρικο μόνο! Τι να κάνει, πάει στη Φυλής. Αλλά... με ένα

χιλιάρικο τι να βρει; Τίποτα. Τελικά, βρίσκει μια γριά πρώην

καλντεριμιζτού, άθλια, αλλά κι αυτή για ένα χιλιάρικο δεν του κάθεται

με τίποτε. "Άκου να δεις", του λέει. "Για ένα χιλιάρικο σ' αφήνω μόνο να

με γλύψεις και να τον παίζεις μόνος σου, εντάξει;".

Χαρμάνης άγριος αυτός, τι να κάνει; "Εντάξει", λέει. Αρχίζει, λοιπόν,

αλλά σε κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι αηδιασμένος και

λέει στη "γιαγιά": "Καλά, ρε γαμώ το μου. Αυτό εδώ είναι γεμάτο ψείρες"!

Κι αυτή: "Καλά, ρε αγοράκι μου. Και μ' ένα χιλιάρικο

 

Μέρος 3ο

 

Μπαίνει μια ξανθιά σε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών:

- "Θέλω να αγοράσω αυτήν την τηλεόραση", λέει στον καταστηματάρχη.

- "Συγνώμη, κυρία μου, αλλά δεν πουλάμε σε ξανθιές", της απαντάει.

Τσαντίζεται αυτή και φεύγει από το μαγαζί. Πηγαίνει και βάφει τα μαλλιά της καστανά και ξαναπάει στο μαγαζί.

- "Ενδιαφέρομαι γι` αυτήν την τηλεόραση", του λέει.

- "Μα σας είπα, κυρία μου, δεν πουλάμε στις ξανθιές", της απαντάει.

Πάει και τα βάφει κόκκινα και ξαναπάει, αλλά γίνεται το ίδιο.

Πηγαίνει και αυτή και βάζει περούκα, βάζει γυαλιά και ξαναπάει στο μαγαζί.

- "Θέλω να αγοράσω αυτήν την τηλεόραση", του λέει.

- "Μα κυρία μου, πόσες φορές πρέπει να σας πω ότι δεν πουλάμε σε ξανθιές;;;;;"

- "Μα πως καταλαβαίνετε ότι είμαι εγώ;",τον ρωτάει.

- "Απλούστατα, αυτός είναι φούρνος μικροκυμάτων!!!"

 

    

Σε ένα τσίρκο ένας θηριοδαμαστής βγαίνει στη σκηνή με ένα λιοντάρι. Όταν εκτελεί το νούμερο του, χτυπά το μαστίγιο και το εκαιδευμένο λιοντάρι κάθεται και λέει:

- Θέλω κάποιον από το κοινό να κάνει το νούμερο. Θα τον βοηθήσω κι εγώ.

Με δισταγμό σηκώνεται ένας κύριος, πιάνει το μαστίγιο, το χτυπά και το λιοντάρι κάθεται και το κοινό χειροκροτεί.

Μετά, ο θηριοδαμαστής κατεβάζει το παντελόνι το και βάζει το πέος του μέσα στο στόμα του λιονταριού και το ζώο κλείνει το στόμα του. Το κοινό παγώνει.

Ο θηριοδαμαστής αρπάζει ένα ρόπαλο και αρχίζει να χτυπά το λιοντάρι δυνατά στο κεφάλι, οπότε αυτό ανοίγει το στόμα του και ο θηριοδαμαστής είναι σώος και αβλαβής. Το κοινό ζητωκραυγάζει!

Ο θηριοδαμαστής καλεί πάλι κάποιον να εκτελέσει το ίδιο νούμερο.

Όλοι διστάζουν, και κάποια στιγμή προβάλλει δειλά-δειλά το χέρι μιας ΞΑΝΘΙΑΣ, η οποία σηκώνεται και λέει:

-Θα έρθω αλλά μη με βαρέσετε πολύ δυνατά στο κεφάλι...!

 

Ένας δικηγόρος μόλις έχει εγκατασταθεί στο νέο του γραφείο. Λοιπόν σκέφτεται τι μπορεί να κάνει για να αποκτήσει πελάτες. Μετά από κάμποση ώρα ένας κύριος μπαίνει στο γραφείο του δικηγόρου. Αμέσως λέει να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο του. Έτσι σηκώνει το τηλέφωνο του, και λέει:

- "Δυστυχώς δεσποινίς Ωνάση, δεν μπορώ να αναλάβω την υπόθεση σας. Είμαι πνιγμένος στη δουλειά. Πάρτε με σε ένα μήνα, μήπως και μπορέσω να σας βοηθήσω."

Κλείνει το τηλέφωνο και λέει στο κύριο που περιμένει:

- "Σε τι θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;"

- "Τίποτα, είμαι από την Ο.Τ.Ε. ήρθα για να συνδέσω το τηλέφωνο."

 

 

Μια φορά ήταν ένας που βρισκόταν σε μια ερημική περιοχή, κάπου ανάμεσα σε Αθήνα και Λαμία. Ήταν χειμώνας, έκανε παγωνιά. Έκανε ώτο- στοπ για να πάει μέσα στην πόλη. Η ώρα ήταν πρασμένες 2:00 τα μεσάνυχτα. Από τα λιγοστά αυτοκίνητα που πέρασαν κανένα δεν σταμάτησε. Τα χέρια του είχαν κοκαλώσει, μελάνιασε από το κρύο.

Καταλάβαινε πως αν δεν σταματήσει κάποιος μέσα σε λίγη ώρα θα έφτανε το τέλος του.

Ελπίδες δεν είχε. Σκέφτηκε ότι αφού θα πεθάνω που θα πεθάνω ας ξαπλώσω στη μέση του δρόμου για να με βρουν. Εκεί που ξάπλωσε, από μακριά βλέπει ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μικρή ταχύτητα, σηκώνεται τρέχει, ανοίγει την πόρτα μπαίνει μέσα.

- "Ααχ! παράδεισος είναι εδώ. Χίλια ευχαριστώ που σταμα...στα.." Γυρίζει και βλέπει το κάθισμα του οδηγού άδειο. Το τραύλισμα άρχισε να μετατρέπεται σε πανικό όταν το αυτοκίνητο συνέχιζε να προχωράει!

- "Αμάν το αμάξι είναι στοιχειωμένο!"

Έκανε να ανοίξει την πόρτα να κατέβει αλλά ο τσουχτερός αέρας του άλλαξε το μυαλό.

- "Μπριτς που θα κατέβω. Στοιχειωμένο, ξεστοιχειωμένο εγώ εδώ θα μείνω."

Το αυτοκίνητο εν τω μεταξύ συνέχιζε την πορεία του κανονικά, είχε μπει στην εθνική και κάπου αργότερα έστριψε σ` ένα βενζινάδικο να βάλει βενζίνη, σε λίγο ανοίγει η πόρτα του οδηγού και μπαίνει ένας μέσα.

- "Αχ! Μη μπαίνετε σ` αυτό το αμάξι! Είναι στοιχειωμένο!"

- "Πιο στοιχειωμένο ρε μαλάκα! Απ` τα δυόδια το σπρώχνω!"

 

 

9.06      Ο αγώνας τοξοβολίας        Κάπου στην Βόρεια Ιρλανδία γινόταν ένας μεγάλος αγώνας τοξοβολίας. Λαμβάνουν λοιπόν μέρος ένας Άγγλος, ένας Ελβετός και ένας Έλληνας. Οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να χτυπήσουν ένα μήλο το οποίο βρισκόταν πάνω στο κεφάλι ενός παιδιού από όση μεγαλύτερη απόσταση γινόταν. Πάει λοιπόν ο Άγγλος και βάζει το παιδάκι στα 300 μέτρα. Ο κόσμος δεν βγάζει μιλιά στις κερκίδες, καθώς ο αθλητής μας συγκεντρώνεται και... βζιιίν! Χτυπάει το μήλο!

Ζητωκραυγές καθώς ο Άγγλος προχωρεί προς τη μέση του γηπέδου, και φωνάζει θριαμβευτικά:

- "Άι αμ Ρόμπιν Χούντ!"

Έρχεται η σειρά του Ελβετού, ο οποίος βάζει το παιδάκι στα 800 μέτρα, συγκεντρώνεται και...βζιιίν! Χτυπάει το μήλο! Ζητωκραυγές καθώς ο Ελβετός προχωρεί προς τη μέση του γηπέδου, και φωνάζει θριαμβευτικά:

- "Άι αμ Ουιλιέλμους Τέλλους!"

Έρχεται και η σειρά του Έλληνα, ο οποίος με μια φανερή έκφραση αυτοπεποίθησης στο πρόσωπό του, βάζει το παιδί στα 1500 μέτρα. Το κοινό αναστατώνεται και διαμαρτύρεται. Ο Έλληνας συνεχίζει να διατηρεί την έκφραση του νικητή στοχεύει και... βζιιίν! Τέζα το παιδάκι! Το ακροατήριο μένει άναυδο καθώς ο Έλληνας προχωράει προς τη μέση του γηπέδου και φωνάζει:

- "Άι αμ... σόρρυ!"

 

 

9.05      Ο Ινδιάνος αρχηγός και τα καυσόξυλα   Είχε μπει φθινώπορο και ο νέος αρχηγός μίας φυλής Ινδιάνων ανησυχεί για των χειμώνα που έρχεται. Παίρνει τηλέφωνο λοιπόν την τοπική μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως αναμένεται σχετικά βαρύς χειμώνας. Το συζητάει με την φυλή του και αποφασίζουνε καλού κακού να βγουν όλοι στο δάσος να μαζέψουνε επιπλέον ξύλα και να διπλασιάσουν την ήδη μεγάλη σωρό που έχουν.

Αφού το κάνουνε και περνάνε λίγες εβδομάδες, ο καιρός δεν χειροτερεύει αλλά ο αρχηγός αρχίζει να ανησυχεί πάλι. Παίρνει τηλέφωνο την μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως οι ενδείξεις είναι σίγουρες και πως αναμένεται πολύ βαρύς χειμώνας. Αγχώνεται λοιπόν και ανακοινώνει τα άσχημα νέα στην φυλή του.

Το συζητάνε διεξοδικά και εκφράζονται κάποιες επιφυλάξεις για την βασιμότητα των προβλέψεων της μετεωρολογικής υπηρεσίας.

Συμφωνούνε όλοι να μαζέψουν και άλλα ξύλα για να είναι χίλια τα εκατό σίγουροι. Μαζεύουν τα ξύλα, περνάνε κι άλλες εβδομάδες αλλά ο καιρός δεν αλλάζει, είναι μάλιστα ασυνήθιστα καλός για την εποχή.

Παρ` όλα αυτά ο αρχηγός δεν ησυχάζει. Παίρνει τηλέφωνο πάλι την μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως οι ενδείξεις είναι αδιαμφισβήτητες, πως έχουν κάνει επανεκτίμηση των προβλέψεών τους προς το χειρότερο και πως σε λίγες μέρες είναι σίγουροι θα χειροτερέψει ο καιρός και προβλέπονται χιόνια και κατακλυσμοί που θα κρατήσουν όλο τον χειμώνα.

Συγκαλεί πάλι τους ομοφύλους του και τους εξηγεί την κατάσταση με λεπτομέρεια. Προβάλλονται σοβαρές αντιρρήσεις ιδιαίτερα από τους νεόυς πολεμιστές οι οποίοι θα προτιμούσαν να είναι σε κυνήγι από το να μαζεύουν ξύλα αλλά τελικά από αφοσίωση και μόνο ακολουθούν τις προτροπές του αρχηγού τους και συμφωνούν να βγουν πάλι στο δάσος.

Η σωρός με τα ξύλα έχει μεγαλώσει πια πολύ και υπερβαίνει το ύψος των σκηνών. Περνάνε βδομάδες, ο καιρός κρυώνει λίγο αλλά κατά τα αλλά τίποτα. Δεν γίνεται! Πιάνει τον αρχηγό τώρα πολύ στρες. Στο κάτω κάτω της γραφής έχει και την υπόληψή του να φροντίσει. Παίρνει τηλέφωνο πάλι την μετεωρολογική υπηρεσία και του λένε πως ανησυχούνε πάρα πολύ.

Είναι σίγουροι και περιμένουν από μέρα σε μέρα το πιο καταστροφικό κύμα κακοκαιρίας που έχει γνωρίσει η περιοχή εδώ και χρόνια το οποίο θα ακολουθηθεί από βαρύτατο χειμώνα που θα κρατήσει μέχρι αργά την άνοιξη. Ο αρχηγός τα παίζει εντελώς αλλά τον πιάνει και περιέργεια έτσι λοιπόν ρωτάει:

- "Που βασίζεται αυτές τις προβλέψεις σας;"

- "Έχουμε μια πολύ έγκυρη και αποδεδειγμένη μέθοδο που χρησιμοποιούμε εδώ και χρόνια. Παρατηρούμε την τοπική φυλή Ινδιάνων και φέτος έχουν μαζέψει ποσότητα ρεκόρ από καυσόξυλα!"

 

 

 

 

8.68 Ένας ταβερνιάρης είχε ένα παπαγάλο και του λέει:

- "Φεύγω για μια ώρα από το μαγαζί. Άν έρθει το βυτίο με το πετρέλαιο πες τους να βάλουν 1 τόνο".

Έρχεται το βυτίο, βλέπουν τον παπαγάλο και του λένε:

- "Πού είναι το αφεντικό;"

- "Έφυγε", τους λέει αυτός, "βάλτε 3 τόνους και αφήστε το τιμολόγιο στο τραπέζι."

Γυρνάει ο ταβερνιάρης βλέπει ότι αγόρασε 3 τόννους και ουρλιάζει στο παπαγάλο:

- "Ένα τόνο δε σου είπα ρε, γιατί τους είπες 3;"

Τον αρπάζει και το σταυρώνει με τα φτερά ανοιχτά. Έπειτα του λέει:

- "Μια βδομάδα θα μείνεις εκεί."

Ο παπαγάλος βλέπει απέναντι του μια εικόνα του Χριστού στο σταυρό και ακούει μέσα από την εικόνα μια φωνή:

- "Πλάσμα του Θεού, πόσο καιρό θα είσαι σταυρωμένο;"

Λέει ο παπαγάλος:

- "Μια βδομάδα, εσύ πόσο καιρό είσαι στο σταυρό;"

Του απαντάει η φωνή:

- "2000 χρόνια!"

Έκπληκτος ο παπαγάλος του λέει:

- "Καλά ρε μεγάλε πόσο πετρέλαιο παράγγειλες;"

 

 

Πάει ένας και ρωτάει έναν άλλο, που έπαιζε με μια τρίχα.

- "Από τα νεύρα σου;" και του λέει ο άλλος:

- "Όχι από τα αρχίδια μου."

 

8.61      Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ        Πάει μια μέρα ένας σε ένα παπά για να εξομολογηθεί.

Του λέει λοιπόν :

- "Πάτερ μου αμάρτησα, τότε στον πόλεμο του 40 έκρυψα έναν άνθρωπο στο υπόγειο μου."

- "Τέκνο μου αυτό δεν είναι αμαρτία, βοήθησες έναν συνάνθρωπό σου", του λέει ο παπάς.

Τότε λοιπόν του ξαναλέει:

- "Ναι όμως πάτερ μου του έπαιρνα και 20 χιλιάδες το μήνα."

Το σκέφτεται ο παπάς και του λέει:

- "Α! παιδί μου αυτό είναι βέβαια αμαρτία, αλλά μπορώ να στο συγχωρήσω."

Και τότε ο εξομολογούμενος τον ρωτάει δειλά:

- "Πάτερ μου να του πω ότι τελείωσε ο πόλεμος;"

 

 

8.56      Η ζωή ενός άντρα           Όταν ο Θεός δημιούργησε τον γάιδαρο του είπε:

- "Θα δουλεύεις από το πρωί έως το βράδυ και θα κουβαλάς βαριά πράγματα στην πλάτη σου. Θα τρως χόρτο και θα έχεις πολύ λίγη νοημοσύνη. Θα ζεις πενήντα χρόνια."

Τότε ο γάιδαρος του απάντησε:

- "Πενήντα χρόνια; Τέτοια ζωή είναι πολύ σκληρή. Δώσε μου μόνο τριάντα χρόνια." Έτσι και έγινε!

Μετά ο Θεός δημιούργησε το σκύλο και του είπε:

- "Σαν σκύλος θα φυλάς την ιδιοκτησία του ανθρώπου και θα είσαι ο πιο αφοσιωμένος φίλος του. Θα τρως ό,τι περισσεύει από τον άνθρωπο και θα ζεις εικοσιπέντε χρόνια!"

Τότε ο σκύλος του απάντησε:

- "Θεέ μου, εικοσιπέντε χρόνια τέτοια ζωή δεν αντέχεται. Δώσε μου μόνο δέκα χρόνια." Έτσι και έγινε!

Μετά ο θεός δημιούργησε τον πίθηκο και του είπε:

- "Θα πηδάς από δέντρο σε δέντρο και θα συμπεριφέρεσαι σαν βλάκας. Θα κάνεις τον γελοτοποιό και Θα ζεις είκοσι χρόνια." Τότε ο πίθηκος του απάντησε:

- "Θεέ μου, είκοσι χρόνια σαν γελοτοποιός του κόσμου πάει πολύ. Δώσε μου μόνο δέκα χρόνια!" Έτσι και έγινε!

Τελικά ο θεός δημιούργησε τον άντρα και του είπε:

- "Είσαι άντρας, το μόνο λογικό ον που θα κατοικεί στη γη. Θα χρησιμοποιείς τη νοημοσύνη σου για να επιβάλλεσαι στα άλλα δημιουργήματα. Θα εξουσιάζεις τη γη και θα ζεις για είκοσι χρόνια!"

Τότε ο άντρας του απάντησε:

- "Θεέ μου, να είμαι άντρας μόνο είκοσι χρόνια δεν αρκεί. Δώσε μου σε παρακαλώ τα είκοσι χρόνια που άφησε ο γάιδαρος, τα δεκαπέντε χρόνια που άφησε ο σκύλος και τα δέκα χρόνια που άφησε ο πίθηκος." Έτσι και έγινε!

Από τότε ο άντρας ζει είκοσι χρόνια σαν άντρας, μετά παντρεύεται και ζει είκοσι χρόνια σαν γάιδαρος και από το πρωί ως το βράδυ κουβαλάει βάρη. Μετά αποκτά παιδιά και ζει δεκαπέντε χρόνια σαν σκύλος φρουρώντας το σπίτι και την περιουσία του και τρώγοντας ό,τι περισσεύει από την οικογένεια και αφού γεράσει και ζει σαν πίθηκος, συμπεριφέρεται σαν βλάκας και κάνει τον γελοτοποιό στα εγγόνια του. Έτσι είναι!

 

 

Μια φορά ο Σέρλοκ Χολμς και ο φίλος του ο Ουάτσον πήγαν για κάμπινγκ. Έστησαν τη σκηνή τους και έπεσαν να κοιμηθούν. Μερικές ώρες αργότερα ο Χολμς ξυπνάει τον φίλο του και του λέει:

- "Ουάτσον κοίτα στον ουρανό και πες μου τι βλέπεις."

Tότε ο Ουάτσον του απαντά:

- "Βλέπω εκατομύρια αστέρια."

Χολμς: "Και τι σου λέει αυτό;"

Ο Ουάτσον σκέφτεται μερικά λεπτά και λέει:

- "Αστρονομικά, μου λέει ότι υπάρχουν εκατομύρια γαλαξίες και πιθανότατα δισεκατομύρια πλανήτες. Αστρολογικά, μου λέει ότι ο Κρόνος είναι στον Κριό. Ωρολογιακά, μου λέει ότι η ώρα πρέπει να είναι τρεις παρά τέταρτο. Θεολογικά, είναι απόδειξη ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος και όλοι εμείς είμαστε μικροί και ασήμαντοι. Μετεωρολογικά, φαίνεται ότι θα έχουμε μια θαυμάσια μέρα αύριο." -- "Τι λέει σε εσένα όμως;"

Τότε ο Χολμς μετά από μερικά λεπτά σιωπής του απαντά:

- "Ουάτσον είσαι ηλίθιος! Κάποιος μας έκλεψε τη σκηνή!"

 

 

8.50      Kοκκινοσκουφίτσα          Ήταν η κοκκινοσκουφίτσα και πήγαινε στην καλή γιαγιά της. Εκεί που πήγαινε βλέπει κάτι πολύ ωραία λουλούδια πάει να πάρει ένα μπουκέτο για να πάει στη γιαγιά της. Πίσω από ένα δέντρο βλέπει τον κακό λύκο καθισμένο και λέει:

- "Γειά σου λύκε", και απαντάει ο λύκος:

- "Γειά σου" και σηκώνεται και φεύγει.

Ενώ η κοκκινοσκουφίτσα συνέχιζε να κόβει λουλούδια πίσω από ένα άλλο δέντρο βλέπει πάλι τον κακό λύκο και λέει:

- "Λύκε γιατί έχεις μεγάλα αυτιά;" και λέει ο λύκος

νευριασμένος:

- "Γιά να ακούω καλύτερα" και σηκώνεται και φεύγει.

Η κοκκινοσκουφίτσα συνεχίζει να κόβει λουλούδια και βλέπει πάλι τον κακό λύκο καθισμένο πίσω πάνω σε ένα δέντρο και πριν προλάβει να μιλήσει η κοκκινοσκουφίτσα λέει ο κακός λύκος:

- "θα με αφήσεις να χέσω ήσυχος;"

 

 

8.45      Γιατί είναι τόσο μεγάλο το ποσοστό των Άγγλων που είναι αδερφές;      Εχετε δει πως είναι οι Αγγλίδες;

 

 

8.44      Το τρένο            Ήταν οι φοιτητές στο τελευταίο έτος του φυσικού τμήματος και έδιναν το τελευταίο τους μάθημα προφορικά για να πάρουν πτυχίο.

Μπαίνει μέσα ο πρώτος και του λέει ο καθηγητής:

- "Είσαι μέσα σε ένα τρένο, τρέχει με ταχύτητα 100 χλμ. Την ώρα, υπάρχει αέρας αντίθετος με ταχύτητα 10 χλμ. Την ώρα και ξαφνικά εσύ ζεσταίνεσαι. Τι θα κάνεις;"

- "Θα ανοίξω το παράθυρο", λέει αυτός.

- "Μπράβο! του λέει ο καθηγητής. Πόση ταχύτητα κόβει το τρένο; Ποιες και πόσες είναι οι δυνάμεις που αντιδρούν πάνω στο παράθυρο;"

- "Δεν ξέρω", λέει ο φοιτητής.

- "Κόβεσαι!" λέει ο καθηγητής.

Μπαίνει μέσα ο δεύτερος και ξανά η ίδια ιστορία με το τρένο, την ζέστη, το παράθυρο. Κόβεται και αυτός και η ιστορία συνεχίζεται ώσπου μπαίνει μέσα ο τελευταίος φοιτητής. Του λέει ο καθηγητής:

- "Είσαι μέσα σε ένα τρένο. Τρέχει με ταχύτητα 100χλμ την ώρα. Υπάρχει αέρας αντίθετος με ταχύτητα 10χλμ. Την ώρα και ξαφνικά εσύ ζεσταίνεσαι. Τι θα κάνεις;"

- "Τίποτα."

- "Ζεσταίνεσαι πολύ", του λέει ο καθηγητής.

- "Ε! Άμα ζεσταίνομαι πολύ θα βγάλω το σακάκι μου", του λέει.

- "Ρε φίλε ζεσταίνεσαι πάρα πολύ σου λέω. Είναι καλοκαίρι."

- "Ε! Άμα ζεσταίνομαι τόσο πολύ κύριε καθηγητά θα βγάλω και το πουκάμισο μου."

- "Ρε `συ φίλε ζεσταίνεσαι πάρα πολύ. Είναι καλοκαίρι και `χει 50 βαθμούς έξω, είναι καύσωνας", λέει νευριασμένος ο καθηγητής.

- "Ε! Άμα είναι καύσωνας έξω και ζεσταίνομαι τόσο πολύ θα βγάλω και το παντελόνι μου", λέει απελπισμένος ο φοιτητής.

- "Ε! Άμα βγάλεις το παντελόνι σου, στο ίδιο κουπέ είσαι με δύο αραπάδες και θα σε γαμήσουν", του λέει ο καθηγητής.

Ο φοιτητής αγανακτισμένος του λέει:

- "Όλα και όλα κύριε καθηγητά. Έχω έρθει δέκα φορές εδώ και τις δέκα με κόψατε. Ε! και όλο το τρένο να με γαμήσει εγώ εκείνο το ρημάδι το παράθυρο δεν το ανοίγω με τίποτα!"

 

 

Πάει ένας τύπος μετά από πολύ καιρό στο γιατρό του να ρωτήσει για τα αποτελέσματα από κάτι εξετάσεις που είχε κάνει.

- "Τι γίνετε γιατρέ; Όλα καλά, έτσι;"

- "Δυστυχώς έχω για `σένα δυσάρεστα νέα και πολύ δυσάρεστα νέα, λέει ο γιατρός. Ποια θες να ακούσεις πρώτα;"

- "Τι μου λες γιατρέ μου τώρα; Με κάνεις και ανησυχώ. Πες μου τα δυσάρεστα πρώτα. Τι τρέχει;"

- "Κοίτα!! Οι εξετάσεις δείχνουν ότι έχεις 24 ώρες ζωής!!!"

- "Τι λες ρε γιατρέ τώρα;; Και τα πολύ δυσάρεστα ποια είναι δηλαδή;"

- "Σε ψάχνω από χθες...!!!"

 

Το τεράστιο πετρελαιοφόρο διασχίζει τον ωκεανό. Το ταξίδι είναι

πολυήμερο και στο τυπικά ανδρικό πλήρωμα υπάρχει αυτή τη φορά και μια γυναίκα. Η παρουσία της δεσποινίδας ασυνήθιστη καθώς είναι, έχει δημιουργήσει περίεργες καταστάσεις... Τις πρώτες μέρες όλα κυλάνε ήρεμα, ο αντρικός πληθυσμός ήρεμος κι ευγενικός. Τις επόμενες μέρες κάποιοι μικρό εκνευρισμοί. Έχει μπει η τρίτη εβδομάδα και τα πρώτα ξεσπάσματα προμηνύουν θύελλα... Την κατάσταση προσπαθεί να προλάβει ο πλοίαρχος. Μαζεύει τα αρσενικά μέλη του πληρώματος και τους λέει:

- "Κύριοι, μετά από τόσες μέρες η κυρία αισθάνεται ανία και για να σας φύγει ο πειρασμός που είναι μόνη της αποφάσισα να τη φλερτάρω εγώ σαν πλοίαρχος."

- "Τι είπες;", πετάγεται ο θερμόαιμος Ιταλός, "υπάρχει Ιταλός επάνω στο πλοίο και θα δοκιμάσει άλλος να φλερτάρει; Δεν θα είστε καλά!"

- "Κύριοι, σας παρακαλώ", πετάγεται ο Γάλλος, "το φλερτ, ως γνωστόν, είναι ειδικότητα των Γάλλων."

Ο καβγάς δεν αργεί να ανάψει. Κάθε ένας, για τους δικούς του λόγους υποστηρίζει ότι το φλερτάρισμα είναι προσωπική του υπόθεση. Σ` όλο αυτό το διάστημα ο Έλληνας, αδιάφορος, μασουλάει πασατέμπο και αγναντεύει το πέλαγος. Εκνευρισμένος ο πλοίαρχος του φωνάζει:

- "Εσύ δεν ενδιαφέρεσαι να φλερτάρεις την κυρία;"

- "Τι να σας πω κύριε πλοίαρχε, τρεις εβδομάδες τώρα την πηδ... Αν θέλετε όμως τη φλερτάρω κιόλας."

 

Στο ίδιο κουπέ ενός τρένου βρίσκονταν ένας Έλληνας και ένας Γερμανός. Απέναντι τους κάθονταν μια γριά 80 χρόνων και μια γκομενάρα 20. Την λιγουρεύονταν ο Έλληνας με τον Γερμανό αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γιατί ήταν η γριά μπροστά. Κάποια στιγμή το τρένο περνάει μέσα από ένα σκοτεινό τούνελ και ξαφνικά ΣΠΛΑΑΑΤΣ!! Ακούγεται μια σφαλιάρα που έπεσε. Σκέφτεται ο Έλληνας:

- "Άτιμος ο Γερμανός πήγε να βάλει χέρι στην κοπέλα και αυτή τον χαστούκισε."

Σκέφτεται ο Γερμανός:

- "Εγώ την σφαλιάρα την εφαγα κατά λάθος."

Σκέφτεται η κοπέλα:

- "Αυτοί οι δυο μαλάκες πήγαν να μου βάλουν χέρι αλλά κατά λάθος το έβαλαν στη γριά."

Σκέφτεται η γριά:

- "Κουφάλα Γερμανέ απ`την Κατοχή στη χρωστούσα!!"

 

 

Ένας κλέφτης αποφασίζει να κλέψει ένα σπίτι πλουσίων. Το παρακολουθεί μαθαίνει πότε θα λείπουν και το βράδυ εξοπλισμέμος με όλα τα σύνεργα μπαίνει μέσα. Εξουδετερώνει το συναργερμό και εκεί που κλέβει ακούει μια φωνή.

- "Ο Ιησούς σε βλέπει και θα σε τιμωρήσει."

Ξαφνιασμένος κοιτάει να δει από που έρχεται η φωνή αλλά μη βλέποντας τίποτα συνεχίζει τη δουλειά του. Οπότε σε λίγο ξανακούει τη φωνή να του λέει:

- "Ο Ιησούς σε βλέπει και θα σε τιμωρήσει."

Αποφασισμένος να δει από που έρχεται η φωνή βλέπει ένα παπαγαλάκι.

- "Εσύ μιλάς και με τρόμαξες;"

- "Ναι, εγώ."

- "Μπα και πως σε λένε;"

- "Όμηρο."

- "Όμηρο; Μα καλά τι όνομα είναι αυτό για παπαγάλο;"

- "Γιατί είναι το Ιησούς όνομα για ντόπερμαν;"

 

 

    

Ο Γιωρίκας ήθελε να αγοράσει αμάξι και ζητάει τη βοήθεια του Κωστίκα και ακολουθεί η παρακάτω συζήτηση:

- "Τι αμάξι λες να πάρω Κωστίκα;"

- "Να πάρεις μερσεντές", του λέει, "γιατί αν ξεκινήσεις από Θεσσαλονίκη 6:00, θα είσαι στο Κιλκίς 6:30."

Μετά από λίγο καιρό τον συναντάει:

- "Τι αμάξι πήρες τελικά;"

- "Φόρντ."

- "Γιατί πήρες φόρντ;"

- "Ε, τι να κάνω από τις 6:30 στο Κιλκίς;"

 

 

Παντρεύεται ο Γιωρίκας την Σουμέλα και μετά από το γλέντι, αποσύρονται οι δυο τους στο δωμάτιο τους για τα σχετικά.

Όλα κυλάνε όμορφα και ωραία, ο Γιωρίκας το μεσημέρι της επομένης ημέρας συζητάει τα σχετικά με τους φίλους του. Το ίδιο βράδυ πηγαίνει ξανά στο δωμάτιο του με την Σουμέλα για να περάσει τις ίδιες αξέχαστες στιγμές. Μέσα στην ησυχία της νύχτας ακούγεται ένας πυροβολισμός στο σπίτι του και αμέσως μαζεύτηκε όλο το χωριό και μαζί και οι φίλοι του.

- "Τι έγινε ρε Γιωρίκα", τον ρώτησαν αναστατωμένοι οι φίλοι του και αυτός απαντά:

- "Την σκότωσα την π... και καλά της έκανα."

- "Καλά ρε, γιατί τι σου έκανε;", τον ρωτούν.

- "Δεν ήταν παρθένα," τους απαντά.

- "Και γιατί δεν την σκότωσες εχθές το βράδυ;", τον ρωτάει ένας φίλος του.

- "Εχθές το βράδυ ήτανε, σήμερα δεν ήτανε."

 

    

 

Ηταν κάποτε ο Γιωρίκας και συναντάει ένα φίλο του στο δρόμο που κρατούσε ένα βιβλίο.

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Τι είναι αυτό το βιβλίο;"

ΦΙΛΟΣ: "Τι να σου λέω τώρα."

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Πες βρε."

ΦΙΛΟΣ: "Λογική."

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Τι είναι λογική;"

ΦΙΛΟΣ: "θα σου πω ένα παράδειγμα, έχεις ενυδρείο στο σπίτι σου;"

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Ναι."

ΦΙΛΟΣ: "Άρα σ` αρέσει το ψάρεμα;"

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Ναι."

ΦΙΛΟΣ: "Άρα και η θάλασσα."

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Ναι βρε."

ΦΙΛΟΣ: "Άρα και οι γυναίκες με τα μπικίνι."

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Εννοείται."

ΦΙΛΟΣ: "Άρα είσαι άντρας."

Την άλλη μέρα στο σπίτι του Γιωρίκα (έχει αγοράσει το βιβλίο και το έχει στην τραπεζαρία) τον ρωτάει ο φίλος του ο Κώστας:

ΚΩΣΤΑΣ: "Τι ειναι αυτό το βιβλίο;"

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Τι να σου λέω τώρα που θα καταλάβεις εσύ."

ΚΩΣΤΙΚΑΣ: "Πες μωρέ."

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Ενυδρείο έχεις σπίτι σου;"

ΚΩΣΤΙΚΑΣ: "Όχι."

ΓΙΩΡΙΚΑΣ: "Ε! Άρα είσαι πούστης."

 

    

Ποια ήταν τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν στην Ινδονησία πριν το τσουνάμι;

Ωραίες παραλίες έχουν εδώ Μαρίκα...

 

 

Ήταν ένας τύπος όπου η γυναίκα του είχε τα γενέθλια της. Γνωρίζοντας ότι της αρέσουν τα ζωάκια,πηγαίνει σε ένα πετ σοπ. Έχοντας δει πολλά ζώα, παίρνει το μάτι του και ένα βατραχάκι.

- Αυτό εδώ πόσο κοστίζει;

- Ξέρετε το συγκεκριμένο ζωάκι είναι ξεχωριστό και κοστίζει 300 ευρώ,λέει ο πωλητής.

- Τόσο πολύ,γιατί;

- Ξέρετε το συγκεκριμένο βατραχάκι κάνει πολύ καλές πίπες,λέει ο πωλητής.

Χωρίς να το σκεφτεί ο τύπος το αγοράζει. Το πάει στη γυναίκα του για δώρο, χωρίς εκείνη να εντυπωσιαστεί πολύ. Κάθε μέρα ο τύπος σχολώντας απο τη δουλειά, έπαιρνε το βατραχάκι και πήγαινε στην τουαλέτα. Αυτό γινόταν αρκετό καιρό και η γυναίκα του είχε παρεξενευτεί. Μια μέρα λοιπόν την έστησε πίσω απο την πόρτα για να κρυφακούσει. Ακούει λοιπόν:

- Ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι,το σοτάρουμε σε λίγο λάδι και αφού το βάλουμε στην κατσαρόλα το ανακατεύουμε αργά.

Ακούει αυτά η γυναίκα του και μπαίνει αιφνιδιαστικά στην τουαλέτα. Βλέπει το βατραχάκι να παίρνει πίπα στον άνδρα της και εκείνος να του διαβάζει τον τσελεμεντέ. Γυρίζει λοιπόν και της λέει:

- Έτσι και το μάθω να μαγειρεύει,έχεις πάρει τον πούλο.